Τάδε έφη Νίτσε

«Ω, Λου, εσύ των ανδρών και των γυναικών γέννημα μα όχι κτήση, θα ζούσα εκατομμύρια ζωές για να ανακαλύψω ένα και μόνο ψήγμα της αγάπης σου προς εμένα. Έπρεπε να μεταμορφώσω κάθε μου λέξη από αγκάθι σε ρόδο για να μη σε μισώ, αλλά ούτε και ν’ απελπίζομαι. Βλέπεις, ήθελα να σ’ έχω.

»Και μπορεί να μου πήρε τόσο – όσο, μα έφτασα κάποτε να καταλάβω πόσο πολύ δόθηκες σε όλους και σε όλα, τόσο που έμεινες λειψή εσύ και σου αρκούσε να ζεις μέσα από τις λέξεις˙  δεν άντεχες άλλο το σώμα που ταλαιπωριόταν και πονούσε, που όλοι στο ζητούσαμε σαν ύστατη απόδειξη αγάπης, όλους μας δοκίμασες, όλους μας έκανες να ανέβουμε το δικό σου σκαλοπάτι, που ποτέ δεν είχε ένα και μόνο μέγεθος, αλλά το άλλαζες κατά πως μας έπρεπε.

»Δυσκολεύομαι να πιστέψω πως δεν αγάπησες ποτέ ούτε και δόθηκες αληθινά, κι αυτό γιατί πονούσε η καρδιά σου, σε κένταγε το ίδιο σου το κεντρί, ω Λου, εσύ, αγαπημένη των πολλών, που μαγευόσουνα από το ίδιο σου το ξόρκι κι άνοιγες να μας δώσεις από το αίμα της δικής σου της καρδιάς.

»Κι ίσως, Λου, υπήρξαμε μικροί μπροστά σου, γύρευες κι εσύ το δικό σου σκαλοπάτι ν’ ανεβείς, κι άραγε εμείς, που τόσο σε κατηγορήσαμε και τόσο σε θελήσαμε, τι σου διδάξαμε; Σε βοηθήσαμε άραγε καθόλου; Ή μήπως έγινες, τελικά, ο καθρέφτης της δικής μας αδυναμίας να κάνουμε την υπέρβαση και αυτός ήταν που βλέπαμε στα πύρινα μάτια τα δικά σου;

»Η Λου αυτό και η Λου το άλλο, ξεμυαλίστρα η Λου, υπεράνθρωπος η Λου, όμορφη η Λου, άσχημη η Λου, ανισόρροπη η Λου, σοφή η Λου, δικιά μου η Λου, δικιά σου η Λου, έφυγε η Λου, ήρθε η Λου, χώρισε η Λου, παντρεύτηκε η Λου, και σάμπως σ’ ένοιαξε ποτέ, μόνο σήκωνες το φρύδι λίγο κι έσπαγε το χείλι σου ανεπαίσθητα σε χαμόγελο, ακούγοντας γύρω σου όλο αυτό το εναγώνιο ζουζούνισμα των κηφήνων που υπήρξαμε στη ζωή σου, βασίλισσα – μέλισσα Λου, αγαπημένη.

»Στη θέση σου εγώ θα είχα μπαφιάσει τελικά μαζί μας, όμως εσύ μας άντεξες όλους. Εγώ ήμουνα εγώ, μέχρι που γνώρισα εσένα, κι έγινα αφιερωμένος μοναχός στην ιδέα σου και τη φυσική σου παρουσία. Έκλαψα εγώ για σένα κι έμαθα πως ήταν να κλαίει ο ίδιος ο έρωτας και, ήσυχος τώρα πια, μπορώ να πω πως χαίρομαι που έγινα εσύ, αλλιώς θα ήμουνα άδειος.

»Έφτιαξα γράμματα και λέξεις, όχι από φόβο μήπως ξεχαστείς – αυτό θα συνιστούσε κατάφορο έγκλημα αντί του δαίμονα εαυτού- αλλά για να έχω τεκμήριο αναφοράς, όταν σε ξαναβρώ.

»Κάποτε, σε μια ανθισμένη πλατεία του μέλλοντος, ένα μικρό κορίτσι με ξανθωπά μπουκλάκια και μεγάλα πράσινα μάτια θα κοιτάξει ένα αγόρι που θα στέκεται κάπου παραδίπλα και θα τρώει ένα παγωτό βανίλια. Κι όταν το κορίτσι του ζητήσει να φάει λίγο, το αγόρι, χωρίς δεύτερη σκέψη, θα της δώσει. Κι αυτή, θα του το φάει όλο. Εγώ θα είμαι. Μην με μπερδέψεις με κανέναν άλλο, μόνο δώσε μου το χέρι και πες μου πως θα έρχεσαι κάθε απόγευμα στην πλατεία να παίζουμε.»

»Παντοτινά δικός σου,

Φρίντριχ»

 

Copyright © 2017. Athina Zografaki, All rights reserved.