Πενιχρό πολυσώμα

Μια μέρα,θα ‘ρθουν μπροστά μου να σταθούν όλοι οι άντρες που ερωτεύτηκα σε ένα και μοναδικό πενιχρό πολυσώμα. Με όλα τους τα μάτια βαλμένα αλλόκοτα, μια να κοιτάνε εμένα, μια να κοιτάνε μεταξύ τους και τρελά, τρελά να γυρνάνε, στην τελευταία τους προσπάθεια να τρελάνουνε κι εμένα.

Τα χείλη τους, όλα τους όμορφα και ροδαλά, με μούσια και χωρίς, χαμόγελα γητείας με λευκά δοντάκια θα μου στέλνουν, διαφήμιση έρωτα που θέλει να με ψήσει να μπω ξανά στο ίδιο παραμύθι. Kι ας ξέρω την πλοκή απέξω κι ανακατωτά, σε πιο χιλιόμετρο ακριβώς μου κρύβουν τις παγίδες.

Τα χέρια τους σα μια θαμνοστιβάδα θα ‘ναι, μ’ ανάμικτα τα αγκάθια, τα λουλούδια, τις αράχνες. Προς το μέρος μου θ’ απλώνουν μ’ ένα δώρο κι ένα φτύμα το καθένα, σα Βούδες που έχουν βγει από εφιάλτη, κακιασμένοι που, παρόλη την αγάπη μου, δε μπόρεσαν να βρούνε φως και να χαμογελάσουν, ούτε κι όταν έπαψα να σπαταλάω το χρόνο τους και πήγα μια βόλτα να ξεσκάσω χωρίς να τους σκέφτομαι

-κι ίσως, ποτέ να μην ξαναγυρίσω.

Οι θώρακες, σκελέτινα θραύσματα απ’ τις καρδιές τους που λίγο, πολύ, χτύπησαν ή και καθόλου, για μένα. Και μέσα από ποικίλους νευρώνες, θα σούρνονται σα φίδια σε διάφορες διατάξεις και με ήχο γλιστερό, σε μισοχαλασμένες κορνίζες προπολεμικές, οι φωτογραφίες των συγγυναικών που πήρανε τη θέση μου και βολεύτηκαν στις πρόθυμες κούρμπες τους.

Τα πόδια τους, ριζωμένα σα μπερδεμένα κλαδιά, στο έλος των αναμνήσεων που έπλεξα για να μπορώ να τους κρατήσω ορθούς, μη σβήσουνε, τα κακομοίρια, και χαθούν έτσι άτσαλα, έτσι άδοξα και δίχως μάχη στο σκοτεινό μου δάσος της επιθυμίας που τους λαχτάρησε.

Θα ‘ναι κανά εικοσάλεπτο πριν το ξημέρωμα, όταν θα έρθει το πενιχρό πολυσώμα. Θα μου μιλήσει με πολλαπλές φωνές, θα με ξυπνήσει από τον ήσυχο ύπνο μου και θα σταθεί σα θαρραλέο, σαν άφοβο δήθεν μπροστά μου, τρέμοντας απ’ το κρύο και την υγρασία.

Θα μου ζητήσει να ζεσταθεί απ’ τις κουβέρτες μου, να ονειρευτεί απ’ το μαξιλάρι μου, να ξεσκονίσω κάθε φθαρμένη κορνίζα άλλης, να τρίψω τους μουδιασμένους μυώνες, να ξεβγάλω με τις πετσέτες μου τις λάσπες και τις βδέλλες, να δεχτώ τα δώρα, να ξεπλύνω τα φτύματα, να πω κανά καλό αστείο, να σπάσω τον πάγο του, να χαμογελάσει κι εκείνο.

«Ποιος είσαι;» θα του πω.
«Όλοι», θα μου απαντήσει με αυθάδικη φυσικότητα.
«Και πώς ξέρω πως δεν είσαι κανένας;»
«Αφού… είμαστε όλοι», θα επιμείνει χαζά.
«Τι ήρθες να κάνεις;»
«Να σε δω. Γιατί μου έλειψες.»
«Εμένα πάλι, όχι», θα του πω και θα ανάψω το κερί μου.

Και ξαφνικά, θ’ ανοιγοκλείσουνε συντονισμένα όλα του τα μάτια. Τα μύρια δώρα θα πέσουνε στο πάτωμα, με τις κορδέλες τους θ’ ανασηκώσουνε τη σκόνη. Τα χείλη θα καταπιούν τη γλώσσα τους και θα γλιστρήσουν απ’ το λαιμό ευθεία κάτω, στα βαλτωμένα, όλο σκλήρθρες πόδια.

«Δεν μπορεί», θα πει το πολυσώμα έντρομο, «δεν μπορεί να μου συμβαίνει αυτό!»
«Ούτε εμένα», θα απαντήσω και θα ανασηκώσω το κερί μου.

Πιο φωτεινή μπροστά στον ήλιο, πιο αληθινή στον ουρανό, πιο δυνατή κι από φωτιά, μια μέρα, θα ‘ρθουν μπροστά μου να σταθούν όλοι οι άντρες που ερωτεύτηκα ως σήμερα, σε ένα και μοναδικό πενιχρό πολυσώμα, με λόγο γελοίο κι ανάστημα δανεικό απ’ τη δική μου ομορφιά.

Πιο κει, κάτω στο πάτωμα, οκλαδόν, ένας αγόρι ατάραχο, ντυμένο στα λευκά, με μάτια κλειστά, θα προσεύχεται για μένα να νικήσω. Και μόλις το κάνω, κουρασμένη όπως θα ‘μαι, θα σουρθώ στο πλάι του.

«Όλα στο μυαλό σου είναι», θα μου πει, κι ήσυχα, θα μου χαϊδέψει το κεφάλι.

 

 

Copyright © 2019.Αθηνά Ζωγραφάκη. “All rights reserved”.

 


Για την εικόνα, να ευχαριστήσω θερμά τον Giacomo Zanni από το Pixabay.