all star σε κατώφλι πόρτας με κάλτσα μέσα

Μια ελευθερία σαν γαμώτο

Θα γράψω. Έχω ανάγκη να γράψω. Για όλα αυτά που δεν μπορώ να πω. Για όλα αυτά που πιέζουν τα μέσα μου. Για εκείνες τις μέρες που ο διάολος καμουφλάρεται σε αδυναμία, εισβάλλει μέσα και με πνίγει. Για την οργή που νιώθω. Για τις λάθος επιλογές, τις λάθος στιγμές.

Όμως δεν είναι μόνο αυτά.

Θέλω και για άλλους λόγους να γράψω. Να σ’τα πω, να με ακούσεις. Δεν είναι μόνο αυτές οι στιγμές. Δεν είναι μόνο έτσι οι μέρες. Είναι και οι άλλες. Οι όμορφες. Οι γεμάτες χαμόγελα. Απλά αυτές οι μέρες είναι σαν τις μπουρμπουλήθρες. Κάθε φορά που τις ζω, φοβάμαι μη σκάσουν και με αφήσουν άδεια, κενή, με αυτή την αίσθηση που σου μένει στα χείλη για κάτι που γεύτηκες μα δε σε χόρτασε. Γεύεσαι τη γλύκα τους και μετά σου μένει η πικρή αίσθηση πως τελείωσαν. Με αγχώνουν πιο πολύ αυτές οι μέρες, γιατί καταλαβαίνω πως αυτές τις μέρες, τις πιο σημαντικές, δεν τις ζω.

Ή μάλλον καλύτερα, δεν τις ζούμε. Τις αποφεύγουμε γιατί φοβόμαστε την ήττα που θα τις ακολουθήσει.

Θα γράψω λοιπόν και ας φοβάμαι τις σκέψεις μου. Θα γράψω για το γαμώτο μας. Θα γράψω γιατί μεγαλώνω. Μου φαίνεται περίεργο, ξέρεις, που μεγαλώνω μα… μου αρέσει κιόλας. Κοιτάζομαι στον καθρέφτη και βλέπω τον 15χρονο εαυτό μου να μου χαμογελά. Κάποιες φορές, όχι όλες. Γιατί είναι και φορές που τον βλέπω μουτρωμένο, σα να μη θέλει να μου μιλήσει.

Σα να με κατηγορεί πως τα κάνω όλα λάθος. Νιώθω άσχημα τότε. Ένα σφίξιμο στο στομάχι, που λένε. Γιατί ξέρω πως έχει δίκιο. Γιατί κάπου μέσα μου θυμάμαι. Όλα εκείνα τα όνειρα, όλες εκείνες τις σκέψεις που σήμερα έχω κλειδαμπαρώσει στα πιο σκοτεινά σημεία του μυαλού μου. Μην ξεπηδήσουν ξαφνικά και μου ταράξουν τις ισορροπίες.

Θα γράψω λοιπόν, αλλά όχι μόνο σε μένα. Δε θέλω να γράψω μόνο για μένα. Θέλω να γράψω και σε σένα. Θέλω να με ακούσεις. Θέλω να γράψω για να δεις πως δεν είσαι μόνος. Το ξέρω πως κι εσύ φοβάσαι. Κάθε φορά που μου χαμογελάς, ξέρω πως μέσα σου φοβάσαι. Σε βλέπω που λοξοκοιτάς, σε βλέπω που προσπαθείς να το κρύψεις.

Δεν το έκλεψες όμως το χαμόγελο, μωρό μου. Δικό σου είναι, μην προσπαθείς να το κρύψεις.

Έλα, λοιπόν, παρέα μου. Στάσου δίπλα μου  και πιάσε με απ’ το χέρι. Θέλω να σου μιλήσω για την ελευθερία. Για την ελευθερία της σκέψης, για την ελευθερία της πράξης. Για την ελευθερία που δεν έχουμε. Για τον φόβο που κέρδισε. Δεν ξέρω ποια ήταν εκείνη η κρίσιμη παρτίδα που βγήκε νικητής. Φοβάμαι πως κάθε μέρα χάνουμε λίγο από το μέσα μας. Χάνουμε και από ένα μικρό κομμάτι του 15χρονου εαυτού μας.

Και το χειρότερο είναι πως δε μας πειράζει. Πως μας φαίνεται φυσιολογικό. Θυμάσαι τότε που ήσουν μικρός κι έπεσες από το ποδήλατο; Που τα μάτια σου γέμισαν δάκρυα και προσπάθησες να το κρύψεις για να μη σε πειράξουν τα παιδιά του χωριού; Νομίζω τότε ήταν μία από τις πρώτες φορές που άφησες τον φόβο σου να σε κερδίσει. Μικρό παιδί και δίστασες μπροστά στα πειραχτικά βλέμματα που σε κοίταξαν.

Μη νιώθεις όμως πως είναι δικό σου το φταίξιμο. Ούτε κι εκείνη την άλλη φορά έφταιγες. Εκείνη ντε, που σε βρήκε τελειώνοντας το λύκειο. Που έπρεπε να αποδείξεις πως είσαι ο καλύτερος. Κι έδωσες εξετάσεις. Και δεν ήσουν ο καλύτερος. Και ο φόβος της αποτυχίας φώλιασε μέσα σου. Και τον κουβαλάς από τότε. Δε φταις εσύ που κανείς δε σε έμαθε να μην υπολογίζεις τον εαυτό σου με αριθμούς και αποτελέσματα. Δε φταις εσύ που ποτέ δεν ένιωσες πως είσαι αρκετός.

Δυστυχώς, η ζωή μας έχει μετατραπεί σε μια συνεχόμενη επίδειξη, χωρίς καμιά απόδειξη. Δε χρειάζεται να αποδεικνύεις πως είσαι καλός, αρκεί να επιδείξεις την καλοσύνη σου. Με όποιο τρόπο και με όποιο κόστος.

Και ας μην είσαι καλός. Κανείς δε θα σε κρίνει. Η παράσταση μετράει. Γι’ αυτό φοβάσαι. Δεν είναι όλοι φτιαγμένοι για κάλπικες παραστάσεις, μωρό μου. Και φοβάσαι μη σε καταλάβουν. Μη δουν την αλήθεια σου. Μη δουν την ελευθερία που κρύβεται πίσω από εκείνο το χαμόγελο που προσπάθησες να μου κρύψεις. Τη φοβούνται την ελευθερία. Οι ελεύθεροι άνθρωποι δεν φοβούνται τις αλυσίδες που τους φορούν. Μπορούν να δραπετεύσουν.

Θα γράψω! Θα γράψω για τι θλίψη που συναντάμε γύρω μας. Για τη θλίψη που πηγάζει από τις μισές μας αλήθειες και τους μισούς εαυτούς μας. Για τις ανικανοποίητες σκέψεις μας. Για εκείνη τη θλίψη που συνοδεύει τους φόβους μας. Φοβάσαι, μωρό μου, πως θα κρίνουν τις πράξεις σου. Φοβάσαι και δεν πράττεις. Φοβάσαι και ακολουθείς τους κανόνες. Αυτή η θλίψη στα μάτια σου, αυτούς τους φόβους σου εκφράζει. Βιάζεσαι να τους κρύψεις.

Βιάζεσαι να σε κρύψεις από εμένα, όμως δεν τα καταφέρνεις. Εμείς οι δυο είμαστε φτιαγμένοι απ’ το ίδιο υλικό. Τις νιώθω τις ρωγμές σου. Ακούω τις σκέψεις σου κι ας μη μου τις λες. Σε βλέπω και σε νιώθω. Γιατί κι εγώ φοβάμαι. Γιατί και εγώ έτσι έμαθα να μετράω την αξία μου. Μια συνεχής προσπάθεια αποδοχής.

Μόνο που σε αυτή την προσπάθεια άρχισα να χάνω τον εαυτό μου. Τον πραγματικό εαυτό μου. Τον ελεύθερο. Άρχισα να τις συνηθίζω τις αλυσίδες μου. Δε με βαραίνουν πλέον όπως στην αρχή. Δεν είναι τόσο άσχημες τελικά. Αυτές με κρατούν στη γη. Αλλιώς, θα έπρεπε να δω έξω από το επίσημο κάδρο. Και αυτό είναι δύσκολο. Πολύ δύσκολο.

Γράφω λοιπόν. Για αυτό που γίναμε και δε μας αρέσει. Για τα λόγια που δεν είπαμε. Για τις στιγμές που αφήσαμε να χαθούν. Γράφω και φοβάμαι. Φοβάμαι πως πλέον συνήθισα. Κοίτα γύρω σου. Πότε σταμάτησε να μας ενοχλεί όλη αυτή η θλίψη; Πότε σταματήσαμε να κάνουμε κάτι για αυτό;

Δε θέλω να σε απογοητεύσω. Υπάρχουν ακόμη άνθρωποι όμορφοι εκεί έξω. Που σπάνε τους κανόνες, που δεν ακολουθούν οδηγίες. Άνθρωποι που σε κοιτούν στα μάτια. Ή που μπορεί να μη σε κοιτούν στα μάτια, αλλά δεν ντρέπονται γι’ αυτό.

Κάπου μέσα μας κι εμείς τέτοιοι άνθρωποι είμαστε. Απλά το ξεχάσαμε. Απλά χάσαμε. Όμως δεν είναι ακόμη αργά. Έλα. Ψάξε μέσα σου. Τι βλέπεις; Τι νιώθεις; Πονάς; Δεν πειράζει. Θα έρθει η λύτρωση κι ας σου φαίνεται δύσκολο.

Γράφω λοιπόν σε σένα και σε μένα. Για να θυμηθούμε. Για να βρούμε αυτό που κάπου στην πορεία χάσαμε. Κατάλαβε, μωρό μου, πως η ζωή δεν είναι δύσκολη. Μη της βάζεις ταμπέλες. Δύσκολο να ζεις χωρίς κανόνες. Θα σε πετάξει το σύστημα απέξω κι εσύ θα ψάχνεις να βρεις τη χαμένη σου αυτοπεποίθηση. Φόρεσε όμως τους κανόνες που σου ταιριάζουν. Μάθε να σέβεσαι τον εαυτό σου κι έτσι θα σεβαστείς και τους ανθρώπους γύρω σου.

Στην ερώτηση «τι άνθρωπος θέλεις να γίνεις όταν μεγαλώσεις;» απάντησε ειλικρινά. Μη μασήσεις. Και μη μου κρυφτείς. Μην κρυφτείς από σένα. Όλες οι απαντήσεις επιτρέπονται. Είναι δικό σου το παιχνίδι. Μη φοβάσαι, δεν είναι αργά. Ποτέ δεν είναι αργά. Το παιδί που είδες στον καθρέφτη είναι ακόμη εκεί. Σε περιμένει. Ελπίζει πως δεν το πρόδωσες, δεν το ξέχασες.

Αγάπησε τον εαυτό σου λοιπόν. Αγάπησε τις ανάγκες του. Γίνε καλύτερος για να κάνεις και τον κόσμο μας καλύτερο.

Τώρα, θα ήθελα να σταθείς κοντά μου. Πλάι μου. Να με πιάσεις απ’ το χέρι. Να μπλεχτούν τα δάχτυλα μας. Οι δείκτες σου να ψηλαφίσουν τις φλέβες που πάλλουν τους καρπούς μου. Νιώθεις τη λαχτάρα που ξεπηδά με κάθε σου άγγιγμα; Από αυτή κρύβομαι. Αυτό είναι το δικό μου μυστικό. Φοβάμαι να νιώσω, φοβάμαι να αισθανθώ.

Σε κάθε πνιγμένο αναστεναγμό κρύβεται η ελευθερία μου. Στη φυλακή που έπλασε το μυαλό μου, υπάρχει δοσομετρητής στα συναισθήματα. Μπορείς να πονέσεις, να ερωτευτείς, να κλάψεις, να χαμογελάσεις τόσο όσο σου επιτρέπεται.  Εγκλωβίστηκα από τους ίδιους μου τους κανόνες.

Δε θέλω να σε αναγκάσω να μείνεις. Μπορείς να φύγεις όποτε θέλεις. Είσαι ελεύθερος, δεν είπαμε; Χωρίς δικαιολογίες. Χωρίς επεξηγήσεις. Ξέρω, είναι δύσκολο να αναγνωρίσεις που σταματούν τα όρια της δικής σου φυλακής. Προσπάθησε όμως. Αν θέλεις. Μπορεί τελικά να αποφασίσεις πως το δικό σου κλουβί σου αρέσει.

Μπορεί και να μην είναι κλουβί τελικά. Ας μην ακολουθήσουμε τους κανόνες για μία φορά. Ας μην υπάρξουν πρέπει. Ας γίνουμε αγρίμια. Ίσως τελικά, η ευτυχία να έρχεται όταν, υπερβαίνοντας τις κοινωνικές νόρμες, καταφέρεις να συμπορευτείς με τη βαθύτερη σου ύπαρξη. Αυτό θα ήθελα για μένα.

Ψάξε μέσα σου λοιπόν. Πλεύσε στις πιο άγριες θάλασσες του μυαλού σου και αν κουραστείς φτιάξε ένα λιμάνι για να ξαποστάσεις. Κάπου εκεί, στα αχαρτογράφητα νερά, βρίσκεται η δική σου ελευθερία. Κάπου εκεί, θα σε περιμένω κι εγώ…

 

Κωνσταντίνα Τσαμπουράκη – Κραουνάκη