δέντρο στέκεται μέσα στη φύση καταρράκτης νερά βουνά πίνακας ακουαρέλας

Ένα δέντρο στον υπόνομο (4): Η κουκκίδα

«Γεια σου!» Μια πεταχτή, ψιλή φωνή είχε έρθει να τον επισκεφτεί στο ακίνητο κενό του.

«Γεια σου. Εσύ πάλι τι  είσαι;»

«Όοοχι, όχι φίλε μου, όοοχι. Δεν έφτασα μέχρι εδώ για να με ρωτάς τι είμαι. Να ρωτάς ποια είμαι καλύτερα!»

Εκνευρίστηκε από την ευθιξία, κατάλαβε όμως ότι αν ήθελε να βγάλει άκρη, έπρεπε να προσαρμοστεί.

«Ε, ποια είσαι, λοιπόν;»

«Είμαι η κουκκίδα!» πνίγηκε η φωνή από υπερηφάνεια.

«Έχεις δίκιο ν’ αναρωτιέσαι για πολλά πράγματα. Όπως, παραδείγματος χάρη, γιατί σου μιλάω. Όμως αυτό δεν μπορώ να σου το αποκαλύψω. Μπορώ, ωστόσο, να κάνω μια αναδρομή. Και να σου πω δυο τρία πράγματα για μένα. Ίσως έτσι σε βοηθήσω να καταλάβεις.»

Ακολούθησε μια μικρή σιωπή μεταξύ τους. «Θα πρέπει να κοιμάμαι, δεν εξηγείται αλλιώς…» σκέφτηκε.

«Οι άλλες κουκκίδες με φώναζαν ντοτ. Εγώ όμως είχα βάσιμες υποψίες πως αυτό δεν μπορεί να είναι όνομα…»

«Γιατί;»

«… Γιατί έτσι έλεγαν κι εκείνες! Πώς είναι δυνατόν; Κάτι το διαφορετικό έπρεπε να έχω για όνομα. Ψάχνω λοιπόν να βρω ποιο είναι το όνομά μου. Αυτό που με κάνει ξεχωριστή. Όχι για να έχω μεγαλύτερη σημασία από οτιδήποτε άλλο. Δεν έχουμε ξεχωριστή σημασία, άλλωστε.»

«Και τότε ποιο το νόημα να βρεις το ξεχωριστό σου όνομα;»

«Για να έχω συναίσθηση του ποια είμαι. Να μην ετεροκαθορίζομαι απλώς από το άπειρο. Να μετέχω σ’ αυτό. Το όνομά μου πρέπει να είναι μοναδικό, χωρίς να με αναιρεί ως κουκκίδα, γιατί μου αρέσουν οι ιδιότητες που έχω.»

«Έτσι όπως το λες, ναι, ίσως έχεις δίκιο. Και ποιες είναι οι ιδιότητές σου;»

«Μπορώ να μπαίνω στο τέλος, οπότε γίνομαι τελεία. Εκεί, χαμηλώνει ο επιτονισμός. Σχετίζομαι με το τέλος, λοιπόν. Αλλά φέρνω και μια αρχή. Και είμαι εκεί για να σ’ το δείξω. Μπαίνω κάπου ανάμεσα στα δύο και δείχνω και προς τα δύο, ανάλογα από πια πλευρά θα με κοιτάξεις.

»Καμιά φορά, μπορεί να σε δω μπερδεμένο, να λαχανιάζεις, να μη βγάζεις νόημα. Τότε βγάζω μια ουρά, γίνομαι κόμμα. Τότε μπορεί επιτέλους ο λαχανιασμένος ν’ ανασάνει κι ο μπερδεμένος να ξεμπερδευτεί. Άρα, είμαι και το διάλειμμα, ο αναστεναγμός κι η ανακούφισή σου.

»Μπορώ επίσης να πάρω φόρα απ’ την ιδέα κάποιου. Κι εκεί που κάθεται και φτιάχνει άσχετα σχεδιάκια, τσουλάω και φτιάχνω ολόκληρες γραμμές με νόημα. Να σ’ το αποδείξω;»

«Μπορείς άραγε να μου αποδείξεις οτιδήποτε;»

«Με προκαλείς, έτσι; Δοκίμασε να κάνεις μια γραμμή.»

«Μα, δεν μπορώ να κάνω καμία γραμμή! Δεν μπορώ να κουνήσω καθόλου τα μέλη μου…»

«Θες να τα κουνήσεις; Ή περιμένεις να σου αποδειχτεί κάτι για να κουνηθείς;»

«Δεν ξέρω. Δεν πρέπει να βρω ένα νόημα για να μπορέσω να κινηθώ; Ένα σκοπό, κάτι;»

«… Ακόμα ετεροκαθορίζεσαι, έτσι;»

«Ε;!»

«Ναι. Τι πάει να πει να βρω ένα σκοπό, ένα νόημα; Υπάρχεις. Τι άλλο θες; Πάμε πάλι. Δοκίμασε να κάνεις μια γραμμή!»

«Μα, δεν έχ-»

«Με ό, τι έχεις!»

Έσφιξε το περίεργο πράγμα που αισθανόταν πως ήταν. Πίεσε, πίεσε πολύ. Μέχρι που ξαφνικά, ένιωσε ένα νευρικό σπασμό να διαπερνά αυτό που έμοιαζε με στέρνο του. Ανάσα. Ανάσα ξανά.

«Ακόμα να κάνεις τη γραμμή;»

«Δώσ’ μου ένα λεπτό… Προσπαθώ…»

Το χέρι του ανταποκρίθηκε στις απανωτές ανάσες σκέψης. Το ανασήκωσε με κόπο στο μισόφωτο κενό. Ανοιγόκλεισε τα δάχτυλά του βασανιστικά κι επαναλαμβανόμενα. Με το δείκτη πήγε να χαράξει κάτι στην τύχη.

«Πες τώρα, δε θέλω να κάνω άλλο τη γραμμή. Άσ’ την να χάσκει έτσι.»

«Μα…»

«Άσε τα μα, τι βλέπεις;»

«Μια γραμμή που ποτέ δεν ξεκίνησε;»

«…Εμένα, εμένα βλέπεις!» έκανε η κουκκίδα όλο ενθουσιασμό. «Πόσες ζωγραφιές, πόσοι στίχοι, πόσα σχέδια, πόση ύπαρξη γύρω γύρω! Γι’ αυτό νιώθω φανταστικά με τον εαυτό μου!»

«Εγωπαθής μου ακούγεσαι! Όλο για σένα σου αρέσει να μιλάς, ενώ εγώ…»

«Εσύ, τι;»

«Ενώ εγώ προσπαθώ με τα χίλια ζόρια να κουνηθώ. Μήπως και ξεκολλήσω από εδώ…»

«Αφού έκανες την πρώτη κίνηση, πάλι καλά… Γιατί έχω κι άλλα να σου πω.»

«Εντωμεταξύ, όσο εσύ μιλάς, θα συνεχίσω να κουνάω τα πόδια και τα χέρια μου, μήπως και τα συντονίσω. Δε σε πειράζει, φαντάζομαι…»

«Τι να με πειράξει; Που αποφάσισες να κινηθείς, επειδή υπάρχεις; Αυτό θα ήταν πραγματικά εγωπαθές εκ μέρους μου», του είπε η κουκκίδα τώρα, σοβαρεύοντας τον τόνο της.

Τα λόγια της τον ταρακούνησαν. Δε μίλησε, ωστόσο.

 

Copyright © 2021. Αθηνά Ζωγραφάκη. “All rights reserved”.