δέντρο στέκεται μέσα στη φύση καταρράκτης νερά βουνά πίνακας ακουαρέλας

Ένα δέντρο στον υπόνομο (3) : Άτοπος απαγωγή

Άτοπος απαγωγή

 

Ένιωσε μια δροσιά κι άνοιξε τα μάτια. «Πού βρίσκομαι;» είπε κι ανασηκώθηκε ψαύοντας το κενό.

«Καλημέρα.»

«… Καλημέρα; Μες στη μάυρη νύχτα;!»

«Ναι. Γιατί σου κάνει εντύπωση;» συνέχισε η φωνή.

«Ποιος είσαι; Πλάκα μου κάνετε; Πού βρίσκομαι; Ανοίξτε το φως, σας παρακαλώ!» προσπάθησε να κουνηθεί κάπως.

«Βρίσκεσαι στο ξεκίνημα, ας πούμε. Για αυτό σου λέω καλημέρα. Περίεργος τρόπος να ξεκινάει κανείς, αλλά… κι εσύ από εδώ ξεκίνησες κάποτε. Δεν ξέρω τι σου έχουν πει σχετικά μ’ αυτή τη μοναδική στιγμή που ξεκίνησες, πάντως από εδώ ήταν. Κι από εδώ θα ξεκινήσεις πάλι.»

«Από εδώ; Πού εδώ; Μαύρο σκοτάδι βλέπω μόνο…»

«Φαίνεσαι μπερδεμένος, πολύ μπερδεμένος. Ίσως πιστεύεις πως ήσουν σε μια υπερυψωμένη κατάσταση πριν έρθεις εδώ. Ότι μπορούσες με άνεση να μιλάς για το τάδε και το δείνα, να βγάζεις λεφτά, να ρίχνεις κορμιά στο στρώμα σου… Ώσπου αναρωτήθηκες για την αδειοσύνη σου και τ’ αστέρι κι είπες: «Σήμερα θα πάρω ξανά το τραμ, όχι το αυτοκίνητο».

«Το είπα;»

«Βασικά… το έκανες.»

«Πάντως εγώ, πριν κατρακυλήσω εδώ, θυμάμαι να καίγομαι, να τρέμω…»

«Κατρακυλάω. Ενδιαφέρον… Πτώση, κατρακύλα… Το ‘χεις λάθος, όμως. Τίποτα δεν είμαι απ’ τα δεινά που σ’ αρέσει να περιγράφεις. Δεν τρώω τις σάρκες σου, δε σε πονώ, ούτε σε εξαφανίζω. Δεν είμαι τίποτα που να σε παραπλανά ή να σε σκοτώνει.»

«Με το να μου λες τι δεν είσαι, όμως, αποφεύγεις να μου πεις ποιος στ’ αλήθεια είσαι.  Γιατί κρύβεσαι; Εμφανίσου να σε δω!»

«Άτοπος απαγωγή λέγεται.»

«Κυριολεκτικά όμως! Έχω αρχίσει να εκνευρίζομαι! Γιατί με κρατάς εδώ;»

«Από εδώ ξεκίνησαν όλα, κι εσύ μαζί. Η ύλη άρχισε να μορφοποιείται σε συσσωματώσεις, οι οποίες καλύπτουν όλο μου το εύρος. Μέσα μου όλα κείτονται πριν δώσουν μια στροφή γύρω απ’ τον εαυτό τους κι αρχίσουν να κινούνται προς διάφορες κατευθύνσεις. Και δε γίνεται να με δεις. Η όραση προϋποθέτει φως που αντανακλάται στους αισθητήρες σου. Που είναι στα μάτια σου, κυρίως.»

«Α, μάλιστα. Τώρα ησύχασα…» ειρωνεύτηκε. «Εντάξει, μου κάνουνε πλάκα. Ρε σεις, κόφτε το κι ανοίξτε τα φώτα!»

«Το φως δεν είναι δική μου αρμοδιότητα, να το ανοίγω όποτε εσύ τρομάζεις. Δεν είμαι ο μπαμπάς σου. Αντί να ψάξεις να δεις εμένα, γιατί δεν προσπαθείς να δεις εσένα;»

«Α, έχει και συνέχεια η συνεδρία…» μουρμούρησε μουτρωμένος.

«Όχι, όχι, δε με κατάλαβες… Δεν κάνουμε κάποια συνεδρία εδώ. Δεν εννοούσα να κοιτάξεις μέσα σου μεταφορικά. Γιατί δεν κοιτάς καλύτερα πως είσαι εσύ; Κυριολεκτικά, όμως…»

«Μα, τίποτα δεν μπορώ να δω εδώ…»

«Θα μάθεις ίσως με τον καιρό. Προς το παρόν, μπορείς μόνο να ακούς.»

«Και δε βρήκες να ασχοληθείς με κανέναν άλλο; Τι το ιδιαίτερο έχω εγώ και μου έκανες εις άτοπο απαγωγή, δηλαδή;»

«Α, τίποτα το ιδιαίτερο. Εγώ κανέναν και τίποτα δεν ξεχωρίζω. Εσείς παιδεύεστε μ’ αυτά, όχι εγώ. Ούτε χρειάζεται να είσαι ιδιαίτερος και ξεχωριστός για να ασχοληθεί κανείς μαζί σου. Γέννημα δικό μου είσαι, όπως όλα. Εμπεριέχω όλη τη δραστηριότητα που παρατηρείς γύρω σου…»

Κάποιος τον δούλευε. Ένιωσε σίγουρος γι’ αυτό. Ποια δραστηριότητα; Σκοτάδι πηχτό κι αδιαφανές.

«Η οποία ομολογουμένως μου διαφεύγει κάπως αυτή τη στιγμή… Νo offence, ε;»

«Ε, καλά, δεν περιμένουμε να τα καταλάβεις κι όλα με την πρώτη. Μια προσπάθεια κάνουμε μαζί σου. Νo offence, ε;»

«Δηλαδή… είστε κι άλλοι;»

«Ναι.»

«Και γιατί κρύβεστε; Νομίζω παρατράβηξε το αστείο. Ανοίξτε μου το φως! Τι, μη στενοχωρηθώ που βρίσκομαι στο νοσοκομείο;»

«Στο νοσοκομείο; Ποιο νοσοκομείο; Πόσα χρόνια μνήμης έχουν σβηστεί απ’ το νου της ανθρωπότητας; Πάντα μου δημιουργείται αυτή η απορία μαζί σας.»

«Τι εννοείς σας; Θέλω να πω… Για ένα λεπτό!» κι άρχισε να προσπαθεί να κουνήσει τα πόδια και τα χέρια του, να στηριχτεί στο λευκό κρεβάτι νοσοκομείου που ανάμενε να βρίσκεται από κάτω του. Βρήκε τον εαυτό του να αιωρείται σ’ ένα ιδιόμορφο κενό.

«Έχεις χαθεί ποτέ σε σκοτεινό δάσος;»

«Ναι, μια φορά» απάντησε απορροφημένος να δώσει κίνηση στα μέλη του που του διέφευγαν.

«Και τι έκανες;»

«Έψαξα να προσανατολιστώ, αλλά μάταια…»

«Και;»

«Συνέχισα να προχωράω με αργά βήματα…»

«Και μετά;»

«Άκουσα χαμηλά στα πόδια μου έναν κελαρυστό ήχο. Αυτό ήταν το ρυάκι που έβγαζε στη γειτονιά μου. Το ακολούθησα και…»

«Δε σε ενόχλησαν τα ζιζάνια;»

Εκείνος τινάχτηκε απότομα. Όχι. Δεν τον  είχαν απασχολήσει τα ζιζάνια. Ήθελε απλά να βρει το δρόμο για το σπίτι.

«Ναι, αλλά τότε είχα τα πόδια και τα χέρια μου. Τώρα τι ακριβώς έχω;»

«Από την πρώτη στιγμή που αποκόπηκες από μένα, σε τρώει μέσα σου η δίψα για διέξοδο, η θέληση να κινείσαι ενάντια σ’ αυτά που σε καθηλώνουν. Ακούς το ρυάκι και συνεχίζεις. Βρίσκεις ξέφωτο στο δάσος. Βλέπεις τον κόσμο με μάτια που έχουν μάθει να διακρίνουν μέσα απ’ την απουσία φωτός. Πιστεύεις έχοντας μόνο όχημα τον εαυτό σου. Χαίρεσαι βαθιά μετά από μια αποκαλυπτική λύπη.

»Αν δεν αποδεχτείς εμένα, θα έχεις αφήσει έξω από την αλήθεια σου την πιο σημαντική σου γνώση. Αυτή που κάνει τον ψεύτη ειλικρινή και τον ειλικρινή έναν ψεύτη. Κι ο ψεύτης δε φτάνει ποτέ πολύ μακριά. Εσύ, όμως, μπορείς να διαλέξεις ν’ ακολουθήσεις τη ροπή σου προς το άπειρο.

»Είμαι βαθύ και μεγάλο. Μέτρα με για αυτό που ακριβώς είμαι. Οπλίσου με θάρρος και περπάτα. Μα μη με υποτιμάς κι όταν σου φαίνομαι μικρό. Κάθε μικρό που παράβλεψες, μια γνώση που παραπέταξες. Κι άχρηστη γνώση δεν υπάρχει. Μόνο πλάσματα που δεν εξελίσσονται.

»Κάθε που λες ξέρω, θυμήσου τη σκιά σου. Πες τώρα μαθαίνω. Κάθε που λες αισθάνομαι, αφουγκράσου το ρυθμό του απείρου που σου φέρνω. Μπορεί απλά να σκέφτεσαι ότι νιώθεις και να μη βιώνεις τίποτα. Είμαι η πρώτη σημαντική λεπτομέρεια που συνήθως σκέφτεσαι τελευταία. Είναι σαν να μη θες να δεις. Κι όποιος δε θέλει να δει… πεθαίνει αταξίδευτος. Ρόλος μου είναι να σε βοηθήσω να βγεις εκεί που θες. Αλλά πού θες να βγεις ακριβώς; Δώσε μου και μένα τόπο. Γιατί κι εμετό απ’ την κοιλιά μου να σε κάνω, πάλι σε μένα θα ‘ρθεις. Και θα πρέπει πάλι να σκεφτώ τι να κάνω μαζί σου. Περίεργος τρόπος να ξεκινάει κανείς, αλλά… έπρεπε να σ΄τα πω.»

Άκουγε εμβρόντητος, μέσα από ένα κέλυφος που έμοιαζε με το σώμα του. Χωρίς εμπρόθετη κίνηση, όμως, δεν ήτανε δικό του.

Το σκοτάδι γύρω του είχε αρχίσει να ξανοίγει.

«Δηλαδή… δεν έχω τελειώσει;»

«Τώρα ξεκινάς. Απ’ το δικό σου τερματικό σταθμό.»

«Πολύ περίεργο αυτό το τραμ…»

«Τουλάχιστον εμπέδωσες πως δεν είσαι σε νοσοκομείο. Κάτι είναι κι αυτό… Τις καλημέρες μου.»

 

Copyright © 2021. Αθηνά Ζωγραφάκη. “All rights reserved”.