Ο Παντοκράτορας των Σ’ αγαπώ

Ω, εσύ.
Παντοκράτορα των Σ’ αγαπώ μου.

Τόσα που μου τα κράτησες,
μονάκριβα μες στο σεντούκι!

Βάρυνε η κάμαρα κι ο κήπος
και η κουρτίνα στο σαλόνι,
από τα τόσα Σ’ αγαπώ
που σφάλισες.

Ω, εσύ.
Παντοκράτορα των Σ’ αγαπώ μου.

Αν τα ‘χες δώσει,
θα ‘σουνα
λεύτερος σαν το πουλί,
αγνός σαν το μωρό,
φωτεινός σαν τον ήλιο!

Έκλεισες τα παράθυρα
να μη σε δουν,
σφάλισες τη βαριά σου,
σιδερένια πόρτα,
έβαλες φύλακες
να διώχνουνε τον κόσμο,

κι έμεινες μόνος σου,
με τ’ ακριβό σεντούκι σου αγκαλιά.

Και
κάθε που πέφτει το βραδάκι,
κάθε που ανάβει το φεγγάρι,
φτιάχνεις

ένα ανείπωτο ακόμα Σ’ αγαπώ,

λίγο να το θαυμάσεις,
κι έπειτα,
βιαστικά το κρύβεις
στο σεντούκι.

Τότε κι εγώ,
σαν ξημερώνει,
λεύτερη σαν το πουλί,
αγνή σαν το μωρό,
φανερή σαν τον ήλιο,

έξω απ’ το περβάζι σου γυρνώ,
ανέπαφη γελώντας,
και μπου! σου κάνω,
πίσω απ’ την κουρτίνα,

σε τσαντίζω, σε ξυπνώ,
τη θέση των πραγμάτων σου
πειράζω μες στην κάμαρα,
φυσάω στα μαλλιά σου,
παιδιάστικα σε κοροϊδεύω,

στο έτσι σου
γίνομαι το αλλιώς σου,

τη σιδερένια πόρτα σου
που σφάλισες χτυπώ,
κι όταν ανοίγεις φεύγω,

τα βήματά μου ακούς,
κι όταν γυρνάς δεν είμαι,

απάνω στο σεντούκι κάθομαι,
που τόσο θες να κρύψεις
να βρω το μερτικό μου.

Και όταν όλα γύρω σου σκορπούν,
γίνομαι η ελπίδα σου που ξέχασες
και νόμισες πως ξέχασε κι εκείνη.

Κι έτσι ανέμελη αράζω
στου πύργου την ταράτσα σου
να Σ’ αγαπώ παντός καιρού και κόσμου,
διάφανη, πειραχτική κι ανενόχλητη.

Γιατί,
Παντοκράτορα των Σ’ αγαπώ μου,
τα Σ’ αγαπώ στοιχειώνουνε
αυτόν που τα κρατά,
κι ελευθερώνουνε
εκείνον που τα δίνει.

Κι εγώ, μονάκριβε,
τα Σ’ αγαπώ μου στα’ πα.

 

 

Copyright © 2020. Athina Zografaki. All rights reserved”.