δέντρο στέκεται μέσα στη φύση καταρράκτης νερά βουνά πίνακας ακουαρέλας

Ένα δέντρο στον υπόνομο (1) : Τέσσερα – μηδέν

Μπήκε στο βαγόνι. Βολεύτηκε όπως – όπως ανάμεσα σε σώματα και μυρωδιές. Ανάμεσα στα πρόσωπα και τις μάσκες τους. Στάθηκε στην πόρτα. Έγειρε το κεφάλι. Το βλέμμα του χάζεψε την ουρά των αυτοκινήτων που περνούσαν. Πώς είχαν περάσει τόσα χρόνια;

Με πρωινά ξυπνήματα και βραδινά ερατεινά σκεπάσματα. Με επαφές και  διαχωριστικά. Με κόσμο και με μοναξιά. Με τόσες περατζάδες από κτίρια, μα με κανένα σπίτι. Με στόχους και διαδρομές και συνεντεύξεις. Με χρήματα για τ’ αναγκαία, ίσως και για μια δύσκολη.  Μόνο που δεν μπορούσε να πει, ποια ήταν στ’ αλήθεια η δύσκολη; Και ποια τα αναγκαία;

Με πέλαγα υποχωρήσεις και νίκες βραχονησίδες. Με μικροεκδρομές και απολαύσεις, μα ούτε με μια μνήμη βαθιάς έκστασης στο μεδούλι. Με ασφάλειες ζωής, υγείας κι αυτοκινήτου, και τόσες ανασφάλειες ωστόσο.

Με τα πάντα του ταχτοποιημένα, βαλμένα στη σειρά. Μα, τι σημαίνει πάντα; Με έξυπνες αγορές για καταναλωτές που έπρεπε κάποιος να τους διαβεβαιώνει πως ήταν έξυπνοι. Αλλιώς μπορεί να νόμιζαν ότι ήτανε χαζοί.  Με εύκολους τρόπους πληρωμής και ευκαιρίες, εύκολους φίλους και γνωστούς, αφού τα δύσκολα ήταν παντοιοτρόπως απευκταία ως άχρηστα και περιττά.

Έτσι σκεφτόταν πως είχαν περάσει τα χρόνια. Με όλες του τις μεγάλες διαπιστώσεις να σβήνουν σαν πυροτεχνήματα άμα τη διατυπώσει τους.

Και μια υποδόρια φωνή να κάνει «α»στο τέλος, κοφτά κι ανενθουσίαστα.

«Πρέπει να έρθεις. Είναι στο έμπα-έβγα ψυχή… Με ρωτάει συνέχεια που είσαι» του είχε μηνύσει η μάνα του. Για τον παππού θα πήγαινε χωρίς δεύτερη κουβέντα.

«Α, και πάρε μια αλλαξιά. Επέμενε να πάρει εξιτήριο για να είναι σπίτι, μαζί μας.»

Ψέλλιζε, δεν απαντούσε. Έγνεφε με το κεφάλι λες κι η μάνα του ήταν εκεί και τον έβλεπε.

«Μ’ ακούς, παιδάκι μου; Ή μιλάω στον αέρα;»

«Ναι» είπε τέλος, «Θα… έρθω.» Κατέβασε το ακουστικό. Μάταια κατάπινε ξανά και ξανά. Μάταιος κι ο κόμπος στο λαιμό. Όλα ξεχείλιζαν.

Θυμότανε που μικρός έμενε μόνος στο δωμάτιο και ξάπλωνε στο μπλε του το χαλί, κοιτώντας το ταβάνι. Το δωμάτιο παίρνει μιαν άλλη μορφή, όταν το κοιτάς από κάτω. Όλα τα πράγματα μοιάζουν αλλιώς αν τ’ αντιστρέψεις.

Αν μπορούσε να μπει μέσα στον κόσμο και να τον δει από εκεί; Από εκεί που λέγεται μέσα; Κι αν έμπαινε με το μυαλό του μέσα στο ράφι εκεί, μέσα στο βιβλίο εκεί, μέσα στο μαξιλάρι εκεί;

Πάτωμα – ταβάνι μια αντίστροφη διαδρομή προς τα εκεί. Προς τα μέσα.

Θυμότανε και τ’ απαλά απογέματα του ζεστού αέρα στο χωριό, τις βόλτες με τον παππού. «Πώς να σ’ το πω, δεν είναι πως τα κάναμε όλα σωστά… Εμένα που με βλέπεις, έχω πάρει ανθρώπινες ζωές, αλλά όχι για την πλάκα μου. Εμείς είχαμε κι ένα αστέρι…! Ξύλα απελέκητα ήμασταν, αλλά το αστέρι αστέρι. Φώταε το μυαλό μας, καθάριζε τη βρόμα των χεριών μας. Μας έδινε ένα λόγο να σ’γχωρέσουμε και να σ’γχωρεθούμε… Γι’ αυτό σου λέω, παιδί μου. Ό, τι κι αν είσαι, ό, τι κι αν γίνεις, το αστέρι θα σε σώνει. Όσο κι εσύ θα μπορείς να κάνεις κάτι γι’ αυτό.»

Κι έπειτα, με τα μάτια μοιρασμένα στο εδώ και στο επέκεινα, τα τελευταία του λόγια, λίγο πριν την αμετάκλητη δροσιά του σώματος:

«Κοπιάζεις, παιδί μου, το ξέρω… Μην προσπαθείς να βάλεις τάξη στη ζωή, το ρέμα της να βρεις… Τα σχέδια τα πολλά μπερδεύουνε, τ’ αστέρι μόνο οδηγεί, τ’ αστέρι…»

Πάει μια βδομάδα περίπου που είχε γυρίσει απ’ το χωριό. Έμενε μέχρι αργά το βράδυ μπρος στο μεγάλο παράθυρο του σαλονιού και κοίταζε έξω.

«Πάει ο παππούς» του έλεγε μια επίμονη, αγορίσια φωνή στο μυαλό του.

«Μα, πού πάει;» προσπαθούσε να κάνει διάλογο.

«Πάει ο παππούς, σου λέω», το μικρό αγόρι επέμενε.

«Μα… ο παππούς ήτανε βράχος! Βράχος ακλόνητος!» έπιανε τον εαυτό του να μιλάει δυνατά στο παράθυρο.

«Αγάπη μου, τι έπαθες και φωνάζεις πάλι;» ακούσε τη φωνή της Βανέσας έβδομη νύχτα τώρα στη σειρά. Κλείνει τη βρύση και, με τα χέρια υγρά ακόμα, τον αγγίζει στους ώμους.

«Τίποτα, τίποτα… Όλα καλά. Υποθέτω…» Δεν την πείθει. Εκείνη τον αποχωρίζεται. Τραβιέται πίσω. Εκείνος προσπαθεί να περισώσει τη σιγουριά του.  Συνεχίζει το νοητό διάλογο:

«Πού πάει ο παππούς δηλαδή;»

«Ο παππούς πάει εκεί που πάει»,  λέει πάλι το αγόρι αινιγματικά.

«Μα ήτανε δυνατός, ήτανε… βράχος!» Έχει ξεμείνει οικτρά από επιχειρήματα.

«Και οι βράχοι έρημος γίνονται…» του σκάει η αγορίσια φωνή και φεύγει.

«Θα έρθεις να κάτσουμε να τα πούμε;» Η Βανέσα του κάνει νόημα με τα χέρια να πάει κοντά της στον καναπέ.

«Έχασα, Βανέσα» της ανακοινώνει και αφήνεται στα μαλακά μαξιλάρια. «Με νίκησε ο μικρός. Έχασα τέσσερα – μηδέν.»

«Ποιος μικρός; Δεν καταλαβαίνω. Πώς έχασες;»

«Τέσσερα – μηδέν.»

 

Copyright © 2021. Αθηνά Ζωγραφάκη. “All rights reserved”.