Χωρίς. Τίποτα. Χωρίς.

Χέρι
που απέμεινε
πάνω σε σύρμα
και κοιτά

Μαύρο
του χρόνου
και της κούρασης
στο νύχι

Δάνειο ρούχο
από καμιά πατρίδα
κι όλες
δικό του σώματος
και μόνο της στιγμής

Χάραγμα
ατέλειωτης συγκυρίας
δικαίωμα
στο θάνατο
εγγύηση
στο αύριο.

Ζωή – ψωμί – ελευθερία
πού ζυμώνουνε, ξένε,
να σου φέρω,
να φας εσύ,
να χορτάσω κι εγώ.

Πλεόνασμα φρίκης
σε κονσέρβα συνήθειας
η οθόνη.

Μωρό
πίσω απ’ το σύρμα
μάνα καμένη
πίσω απ’ το σύρμα
παιδιά θεού κι αυτοί
με δρόμο σταματημένο.

Χαρτιά-
τι να τα κάνω
τα χαρτιά,
αν δεν μπορώ
να γίνω φίλος.

Φωνή μου-
κύμβαλο αλαλάζον
χωρίς.
τίποτα.
χωρίς.
αγάπη.

Φίλε μου,
ξένε κι άνθρωπε,
πόνε μου βολικέ,
της γύμνιας μου
καθρέφτη,

ντροπή μου
που σε πέταξα
μακριά
να μη σε βλέπω

τη ζωή σου
ξέβρασα
στη γη μου
και τώρα
σου την πνίγω.

Άνθρωποι
μπρούμυτα
στα νερά
να βγάζουνε φουσκάλες.

Και στις οθόνες
μεγαλόστομες
μπουρμπουλήθρες,

ξόδεμα
εναπομείναντα αέρα
που στέρεψε
σε αδερφού πνευμόνια.

“Μα εγώ αγαπώ!”
Αχ, κοίτα με πόσο αγαπώ!”

“Μα εγώ πονώ!
Κοίτα με πόσο συμπονώ!”

“Μα εγώ είμαι ελεύθερος!
Κοίτα μόνο
να μοιάζει
η ελευθερία σου
με τη δικιά μου,
κοίτα να με βολέψει,
μην έχουμε κακά ξεμπερδέματα…”

Κροταλίζουνε
δόντια μυτερά
στης γης
το τρυφερό λαιμάκι.

Δύο τα μέτρα
και δύο τα σταθμά μου
ψοφίμι μέσα μου
η ανθρωπιά,
χαράμι το όνομά μου.

Για κάθε φράχτη
που σηκώνεται
ανάμερα στη γη μου,
χάνω κορμί,
χάνω ψυχή,
χάνω ζωή
απ’ τη ζωή μου.

Φίλε μου,
ξένε και δικέ,
της γύμνιας μου καθρέφτη,

με κλείσανε
κι εμέ σε σύρματα
μα εγώ,
αγαπώ τον ψεύτη.

 

Copyright © 2019. Athina Zografaki. All rights reserved.