Ο Σύμπας Α3

Στη βροχή

Το διαμέρισμα Α3 που βρίσκεται στην τετραώροφη μπορντό πολυκατοικία, ακριβώς επάνω στον πολύβουο δρόμο, στον κόμβο κάθε μικρής και μεγάλης κυκλοφορίας που ξεχύνεται παίρνοντας σήμα απ’ το φανάρι,  λίγο πιο κάτω απ’ την πλατεία που βιάζεται να στεγνώσει όταν βρέχει και αχνίζει από ανυπομονησία όταν έχει ηλιοφάνεια, μέχρι την επόμενη ψιχάλα, δεν το είχα προσέξει ποτέ και καθόλου. Δεν είχα λόγο άλλωστε.

Μέχρι τη στιγμή που η βροχή με έσπρωξε να κάτσω αναγκαστικά στην είσοδο της πολυκατοικίας, αφού είχα φτάσει νωρίτερα απ’ το κανονικό στον προορισμό μου και μου είπαν να περιμένω απέξω. Τίναξα κι εγώ την ομπρέλα μου και στάθηκα όρθια, λυγίζοντας νευρικά κάθε τόσο τα γόνατά μου, εν είδει ατελούς χορού της στιγμής που υπακούει σε άτσαλο ρυθμό ψυχής που σπάει και ξανασυναρμολογείται.

Τα γόνατά μου εκεί, χωρίς ησυχία, σπασμωδικά να παραβγαίνουν με το νευρικό τίναγμα της ομπρέλας μου που έσταζε και μ’ έβρεχε. Κι εγώ να θεωρώ πως ήταν πιτσιλιές, αμελητέες στάλες, ίσως και τίποτα. Πάντα σε σχέση με τη βροχή από τους ουρανούς η σύγκριση.

Το μανάβικο δίπλα από την είσοδο της πολυκατοικίας που βρίσκεται το διαμέρισμα Α3, μέσα στα χρώματα των καρπών του και στα φυλλώματα, έμοιαζε να προκαλεί τη νύχτα με χρώματα μέρας και το χειμώνα με πειρασμούς άνοιξης.

«Τόσα υπόστεγα εδώ, μπορώ άνετα να περιμένω», σκέφτηκα, «πάλι καλά».

Πόρτα κλειστή

Την είδα που ήρθε νωρίτερα, όταν ακόμα κανείς απ’ τους  υπόλοιπους δεν είχε έρθει. Αυτό που με τσάντισε για μια στιγμή ήταν η παρδαλή σχέση που είχε με το χρόνο και το χώρο γύρω της. Την προηγούμενη φορά είχε έρθει αργά και κόντεψε να χάσει την ώρα, περιμένοντας να της ανοίξω. Μια σβούρα άσχετη σ’ ένα φαινομενικά σχετικό κόσμο, του οποίου όμως κάποιο σημαντικό νήμα κρατούσε για κάποιον σημαντικό λαβύρινθο δικό μου που με παίδευε. Και την παίδευε κι εκείνη. Ο λαβύρινθος. Ο δικός τ- έεε, ο δικός μου, ήθελα να πω. Γιατί εμένα ό, τι κι αν κάνει, δεν μπορεί να με επηρεάσει, ναι, δεν μπορεί. Καθόλου δεν μπορεί.

Η σκηνή ενός μικρού αναστήματος με νεύρο και τρεχάλα για ζωή, με κεφάλι μικρό κι αχνά, μαλακά μαλλάκια, που γυρνάνε μαζί του ξείγκλωτα εδώ κι εκεί, προς όποια κατεύθυνση τα μάτια της τραβήξουν στιγμιαία, υποχρεωμένου να περιμένει ακίνητο μέσα στη βρόχα, με κοφτές κινήσεις στα γόνατα και στα χέρια, ανυπόμονες, με έκαναν να χαμογελάσω χωρίς να το περιμένω από τον εαυτό μου. Δεν ήθελα να το δει. Έκλεισα την πόρτα πολύ ικανοποιημένος.

Το βρίσκω πολύ χαριτωμένο που την έκλεισα απέξω. Το έκανα, καθώς μου φαίνεται, για να της διδάξω την ακριβή σχέση του χώρου και του χρόνου με τον ανάερο εαυτό της που περιφέρεται σαν κολίμπρι, στριφογυρνώντας γύρω από ένα αόρατο κέντρο βάρους προς τα εμπρός και ενίοτε, βάζοντας και την όπισθεν. «Κάθε πουλάκι με το δικό του πέταγμα», σκέφτηκε κάποιος μέσα μου, μα έχω μάθει πολύ καλά να κλειδώνω τέτοιες διαπιστώσεις έξω από το μυαλό μου, κι άρα, ουδεμία ευθύνη φέρω.

Εντωμεταξύ, περίμενα εναγωνίως να πεισμώσει έξω από την κλειστή μου πόρτα και να μου ζητήσει επιτακτικά να μπει, όλο χάρη και δικαίωμα.

Να προσπαθήσει να χρησιμοποιήσει το στρόγγυλο είναι της υπέρ της και εναντίον μου. Τη σκεφτόμουνα να περιμένει απέξω, μέσα στην υγρασία της νύχτας, με τους ουρανούς να στάνε, κι αυτή να αχνίζει μυρωδιά φρέσκου σαπουνιού, με θέρμη φτερών από την πλάτη της που μόνο εγώ μπορώ να δω- έτσι την καταλαβαίνω πότε έχει μπανιαριστεί και πότε όχι, την ώρα της συνάντησης.

Τίποτα, όμως. Ένιωσα να μη στέκεται αδικημένα έξω από την πόρτα μου. Να μη διεκδικεί τη στέγνη που μπορούσα να της προσφέρω. Να μην την επηρεάζει ο χώρος και ο χρόνος αρκούντως, ώστε να στεναχωρηθεί. Το ξανασκέφτηκα. Το ξαναέδιωξα από το μυαλό μου. Όμως η θέρμη που ανάμενα έξω από την κλειστή μου πόρτα για να το παίξω καλός και ευγενικός με τη γενναιοδωρία μου, εξέλιπε. Ο χρόνος και ο χώρος έγιναν ξαφνικά το απόλυτο μέτρο μέχρι να έρθει η ώρα να της ανοίξω.

Και ένας τύπος, που έχει την τάση να χρησιμοποιεί το στομάχι μου για να μου μιλήσει, όταν τον διώχνω απ’ το κεφάλι μου, με ρώτησε ειρωνικά: «Τι ακριβώς ήθελες να τη διδάξεις, είπαμε;»

Το σπίρτο

Ε, λοιπόν, ποιος να το περίμενε! Εκεί που έκοβα μικρές ανυπόμονες βόλτες -έρχομαι αργά; μου τη λες, έρχομαι νωρίς, ούτε κι αυτό σ’ αρέσει, συμπέρασμα: σκασίλα μου, «εγώ είμαι εγώ και τα ‘χω βρει, με τη δική μου φάτσα, κι ας είμαι αδέσποτο σκυλί και μπερδεμένη ράτσα…» -εκεί λοιπόν που για δευτερόλεπτα πήγα να στεναχωρηθώ που μου ‘κλεισε την πόρτα, είδα το όνομα στο κουδούνι: «Σύμπας» και δίπλα, ένα μικρό αυτοκολλητάκι γραμμένο με μπλε στιλό, «Α3». «Το νούμερο του διαμερίσματος», σκέφτηκα.

Πετάρισα την ομπρέλα μου μ’ όλες της τις στάλες δώθε – κείθε, τα γόνατά μου στυλώθηκαν  σ’ ένα και μοναδικό σκοπό, σα γαϊδουριού που είχε βρει την ανηφόρα του: Τι άνθρωπος θα μπορούσε να είναι αυτός ο Σύμπας; Ποιο να ‘ναι το βαφτιστικό του; Πού εργάζεται; Και πώς να είναι το διαμέρισμα που μένει; Ξέρουμε σίγουρα πως είναι το Α3, αλλά πώς στην ευχή είναι; Με τέτοιο όνομα, τέτοια σφραγίδα ταυτότητας, τέτοιον ανοιχτό κόσμο στην προίκα του, άμα τη γενέσει του, τι θα μπορούσε να κάνει αυτός ο άνθρωπος, ο Σύμπας άνθρωπος;

Πήρε το μυαλό μου φωτιά. Να του χτυπήσω το κουδούνι και μετά…να εξαφανιστώ χαχανίζοντας. Όχι, όχι! Να χτυπήσω το κουδούνι και να του πω «Γεια σας, συγνώμη για την ενόχληση… αλλά πολύ ήθελα να σας ενοχλήσω με τέτοιο όνομα στο κουδούνι! Πώς είστε;»

Άρχισα να γελάω μόνη μου στην είσοδο της πολυκατοικίας και να φαντάζομαι τις πλείστες δυνατότητες μιας μικρής ιστορίας για τον κύριο Σύμπα. Ένα όνομα πολυενικό, που μοιάζει να ‘ναι μόνο του, όμως τσουυπ! σ’ τη φέρνει, γιατί φαντάζεσαι γαλαξίες. Αυτός ο τύπος, με κληρονομιά ένα όνομα-τροφή για κάθε φαντασιόπληκτο που ψάχνει να βρει και βρίσκει μέσα στη βροχή˙ που του κλείνουνε την πόρτα και τον αφήνουνε απέξω, κι αυτός κάνει το «απέξω» νοήμονα κόσμο που μπορείς να του πιάσεις την κουβέντα, να τον κάνεις συντροφιά, είχε ανάψει ένα σπίρτο σκέψης ενάντια στη βροχή, χωρίς καν να το υποψιάζεται.

Το διαμέρισμα Α3

Σηκώθηκα από την πολυθρόνα μου βαριεστημένα για να ντώσω λιγάκι- με είχε απορροφήσει ώρα το αστυνομικό δελτίο της ΕΡΤ -που ήταν και το μόνο της. Σηκώθηκα, πήγα στην κουζίνα, άνοιξα το ψυγείο, έβγαλα το κοτόπουλο να ξεπαγώνει απ’ την κατάψυξη, αλλά επειδή είχα ρεπό την επομένη, το έβαλα στη συντήρηση, γιατί μπορούσα άνετα να το μαγειρέψω και το πρωί, να το έχω φρέσκο για το μεσημέρι. Ωραία με το κοτόπουλο, άσχημα με τις ειδήσεις. Με είχαν αφήσει ψόφιο, χωρίς να έχω πάει καν στον πόλεμό τους.

Η νουβέλα με τον Ιταλό χτίστη που έγινε κατά τύχη (ή κατά πεπρωμένο;) αγαλματοποιός ενός ξεχασμένου έργου τέχνης, με είχε συγκινήσει και μου είχε αφήσει ένα μούδιασμα στο κορμί. Ένιωθα το άγαλμα επιδιορθωμένο να στέκεται στο δικό μου τοίχο, για μένα αλλά χωρίς να με κοιτά, με στόχο το ταβάνι μου, που, μετά την ανάγνωση, είχε γίνει και δικό μου ταβάνι, χωρίς να το υποψιάζομαι μέχρι εκείνη την ώρα. Ασυναίσθητα κοιτούσα το πάτωμα, σαν να περίμενα να δω το καλέμι αφημένο παραδίπλα και τον άσημο, γενναίο του χτίστη να κλαίει πεσμένος πάνω στα  γόνατά του μπρούμυτα.

Στο κενό του χρόνου και σκοπού που μου απόμεινε, σταμάτησε η κίνηση γύρω μου. Για δευτερόλεπτα ένιωσα να διαπερνώ τα πράγματα του διαμερίσματός μου, χωρίς να τα αγγίζω και χωρίς να με αγγίζουν.

«ΠΟΙΟΣ ΝΟΜΙΖΕΙΣ ΟΤΙ ΕΙΣΑΙ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ;;;»

Η φωνή αντήχησε από κάπου έξω και μου ζητούσε εξηγήσεις. Κοίταξα ασυναίσθητα τον τοίχο που φανταζόμουνα να κρέμεται το άγαλμα του βιβλίου, με μια ανόητη ελπίδα η φωνή να είναι από εκεί. Δεν ήτανε. Πνιχτές φωνές που μια υψώνονταν και μια πιέζονταν να σκάσουν έφταναν μέχρι το μπαλκόνι μου και ξεχώριζαν από τη βουή του δρόμου διπλής κυκλοφορίας. Πλησίασα τη μπαλκονόπορτα, τράβηξα την κουρτίνα και μισάνοιξα να βγω, ν’ ακούσω καλύτερα.

«Δεν μπορείς να το κάνεις, πας καλά;» έλεγε η φωνή ενός νεαρού άντρα.
«Και γιατί παρακαλώ δεν μπορώ;» ανταπαντούσε μια ψιλή φωνή γυναίκας. «Εσένα θα ρωτήσω;»
«Ναι- δηλαδή όχι! Μη ρωτάς κανέναν, ποτέ μη ρωτάς κανέναν εσύ! Κάνε του κεφαλιού σου!»
«Μα αφού με άφησες να περιμένω απέξω, είπα κι εγώ να κάνω κάτι δημιουργικό!»
«Ανάθεμα το μυαλό σου που δεν μπορώ να σταματήσω με τίποτα! Είπαμε, θα χαλαρώνεις όταν έρχεσαι εδώ!»
«Μα είμαι χαλαρή, αλλά είμαι και… και χαρούμενη!»
«Μπράβο», μαλάκωσε η φωνή του άντρα τώρα, «αλλά δεν είσαι καθόλου συγκεντρωμένη. Τι έχεις;»
«Τίποτα», χαμήλωσε τον τόνο της και η γυναίκα, «απλά τρέχω όλη μέρα κι έχω σκοτούρες.»
«Τι σκοτούρες, τέσπα, μη μου πεις, δε θέλω, δεν έχει να κάνει με μένα, σ’ το έχω πει.»
«Και με τι έχει να κάνει, δηλαδή; Τι με ρωτάς; Τι με κρίνεις, αν δεν ξέρεις; Αυτό που θέλω να κάνω είναι πολύ σημαντικό!»
«Να αναστατώσεις έναν άνθρωπο νυχτιάτικα; Επειδή σου έκατσε ποιος να ‘ναι;  Νυχτιάτικα; Να χτυπάς τα κουδούνια του κόσμου;»
«Γιατί, αν ήτανε μέρα λιγότερο περίεργο θα σου φαινότανε;»
«Μα, το βρίσκεις φυσιολογικό;»
«Ε, μου έκλεισες την πόρτα και είπα στο μεσοδιάστημα να…»
«Να βρεις μιαν άλλη να χτυπήσεις! Ωραία λογική, μπράβο!» μούτρωσε ο άντρας και σταύρωσε τα χέρια του σε πείσμα.
«Και ποιος είσαι να με ρωτάς τι θα κάνω; Ποιος είσαι, σε ρωτώ. Σε ενόχλησα; Όχι! Κάθισα και περίμενα μέχρι να έρθει η ώρα να ανοίξεις!»
«Ακριβώς! Περίμενες μέχρι να σου ανοίξω την πόρτα, όχι να σου ανοίξω την πόρτα και αυτό με… με-με-με- »
«Σε;»
«Μεεεε…»
«Σεεεε;»
«ΕΝΟΧΛΕΕΕΕΙ!!!» βροντοφώναξε ο άντρας του πεζοδρομίου.

Και μετά, μια πνιχτή μουγκαμάρα.

Ο σύμπας κόσμος

Έσκυψα να δω τι γινόταν.

Μια απότομη, σφιχτοδεμένη μπάλα ανθρώπων που προσπαθούσαν να τα βγάλουν πέρα ο ένας με τον άλλο. Έξαλλα, ορμητικά, παρασάνταλα. Ένιωσα να βουτάω κι εγώ μέσα στο φιλί και να χάνω την ανάσα μου, να τους λέω άθελά μου «σταματήστε, ρε παιδιά, μια ανάσα, μια ανάσα!» και ντράπηκα. Σάμπως τι, κι εγώ στα νιάτα μου.

Κι έπειτα, το μονολογητό και το κοίταγμα. Ευτυχώς, δεν με είχαν ακούσει.

«Και γιατί ήθελες να χτυπήσεις το κουδούνι του ανθρώπου;» της έλεγε τώρα σιγανά και τρυφερά.
«Ε, να», είπε εκείνη χαμογελώντας γαλήνια, «είδα το όνομά του και μου έκανε τρομερή εντύπωση! Σύμπας, με «υ», που σημαίνει όοολος, καθολικόοος, αυτός που περικλείει τα πάααντα. Και σκέφτηκααα-»
«Ε, τι άλλο θα έκανες εσύ, θα σκεφτόσουνα, τέσπα, πες…»
«… ότι αυτό από τη μία είναι καταπληκτικόοο, από την άλλη είναι… λυτρωτικά αναμενόμενο!»
«Λυτρωτικά αναμενόμενο; Δηλαδή;» της έκανε άκρη τα τσουλούφια από το μέτωπο. «Γιατί… αφού υπάρχει σύυυμπας κόσμος, υπάρχει κι ένας σύυυμπας άνθρωπος να είναι η αντανάκλαση του! Απλός, καθημερινός, χειροπιαστός άνθρωπος! Όπως εσύυ, όπως εγώω, όπως όολοι μας…» Και τον αγκάλιασε σφιχτά.
«Εντάξει, τώρα, κορίτσι μου; Είσαι χαρούμενη;» της χαμογέλασε.
«Ναι. Πολύ πολύ» και τον κοίταξε ονειρεμένα.
«Έεετσι, θέλω να χαμογελάς…»

Σάμπως τι, κι εγώ στα νιάτα μου. Κι εκείνοι στα δικά τους.

Όρθωσα την  πλάτη μου και κοίταξα το διαμέρισμά μου μ’ όλα του τα πράγματα στη θέση τους, την τηλεόραση σβηστή και το βιβλίο κλειστό πάνω στο στρογγυλό τραπεζάκι. Η φωτογραφία της μέσα από την κορνίζα μου χαμογελούσε, σαν να μην είχε περάσει ούτε μέρα.

«Ο Σύυμπας κόσμος κι ο Σύυμπας άνθρωπος…». Κούνησα το κεφάλι μου πανευτυχής.

Μια τέτοια συνθήκη, σπάνια κι ακριβή.
Κι ο ουρανός να στάει τον εαυτό του ανιδιοτελώς.
Και τ’ αυτοκίνητα να περνάνε.

 

 

Copyright © 2019. Athina Zografaki. All rights reserved”.