Athina breathes. Loves. Writes.


Born in Patras in 1986
Finished her Bachelor Degree in Greek Philology in 2009 (University of Patras), followed by a Master Degree in Language Studies in 2010 (Lancaster University, U.K.)
Left her Ph.D. Degree after 5 years of study (University of Athens), for all the reasons of the world, grateful for the broad knowledge she gained throughout the process.
Has worked in the private sector as a copywriter, editor, and proofreader for 4 years (Athens, 2011-2015).

Υπουργείο Ευτυχίας (9)

Υπουργείο Ευτυχίας (9)

«Αγαπητό ημερολόγιο,

Σήμερα, 3 Ιουνίου του 2017, αναγκάστηκα να ψάξω τα ποστ- ιτ που συνηθίζει να κολλάει ο μαλάκας με τις δήθεν γόνιμες σκέψεις του στο τελευταίο μεταλλικό πράσινο συρτάρι. Από εκεί λέει ότι εμπνέεται για τους πιο κερδοφόρους τίτλους, όταν εμείς, τα «γατάκια», σκαλώνουμε. Όταν είχα πρωτοέρθει στην εφημερίδα, θυμάμαι πως το κλείδωνε κιόλας. Τόσο πολύτιμες θεωρούσε τις σκέψεις του! Ο μαλάκας, το ξαναλέω. Γιατί μας έχει μπάσει ως τα μπούνια σε αυτή την ιστορία που ούτε κι εγώ ξέρω πού θα βγάλει.

»Μου σηκώνεται η τρίχα. Σκέφτομαι τον άλλο. Είδες, λιοντάρι; Ακόμα κι εδώ, με μισοτελειωμένο στιλό, τον φοβάμαι. Αυτός εμένα, όχι. Ούτε με θεωρεί έξυπνη ή πετυχημένη. Μπαίνω στον πειρασμό να του αποδείξω ότι θα έπρεπε να με υπολογίζει, όμως με μια κίνηση του χεριού του, εγώ τελείωσα, λιοντάρι.

»Ο Βέλλιος δεν εμφανίζεται ιδιαίτερα ανοιχτός ούτε σε μένα, ούτε σε κανένα. Συγκατάνευε. Βιαζότανε. Κοιτούσε κάπου έξω απ’ το δικό μου το πλάνο, στα κλεφτά – ένιωσα δασκάλα στον πίνακα, που νουθετεί το μαθητή με το νου στο παράθυρο. Αν μπορούσα να του βρω έναν προσδιορισμό… Του μιλάς – είναι αλλού. Στέκεται όρθιος μπροστά σου – είναι απών. Απλώνεις να του δώσεις το χέρι – σε κοροϊδεύει η χειραψία του που την άγγιξες.

»Με απορρίπτει, στην ουσία, για όλη αυτή τη χίμαιρα της «ευτυχίας» που τον ακολουθεί σα χαμένο όνειρο. Χάθηκε ένα Υπουργείο Εργασίας, ένα Υπουργείο Οικονομικών; Ένα Επικρατείας, έστω! Ένα κανονικό, βαρετό και προβλέψιμο υπουργείο, όπως όλα τα υπόλοιπα; Εξαιτίας του είμαι εδώ, χωρίς να το έχω προβλέψει.

»Ποιος θα με σώσει, όταν θα έχουμε τελειώσει μαζί του; Ο Βιτωράτος; Χεσμένος θα είναι κι αυτός, όπως κι εγώ, όπως και όλοι όσοι γνωρίζουν στην εφημερίδα. Παραλογίζομαι, το ξέρω. Βλέπω τους φοιτητές που έρχονται να κάνουν την πρακτική τους και μέσα μου τους ζηλεύω που δεν ξέρουν τίποτα από όλα αυτά που ανάγκασα εγώ τον εαυτό μου να μάθει και με κοιτάνε τώρα σα γκουρού της πληροφόρησης. Παιδάκια, μείνετε αγνά, μου έρχεται να τους φωνάξω, να τα διώξω από κει πέρα μέσα, μη μάθουν τι και πώς, μη μάθουν αν είναι να καταλήξουν όπως εγώ, λιοντάρι, μια βρεγμένη γάτα που γρατσουνάει το τζάμι που της πονάει τα νύχια.

Είναι πολύτιμος ο Βέλλιος, χωρίς να το ξέρει. Ακατέργαστος. Στην αποτυχία της ευτυχίας που κομίζει, θα χτίσουν μια μόνιμη ματαίωση εις το διηνεκές. Πεισμώνω που με κοιτά και μ’ αγνοεί. Χαίρομαι που θα το πετύχουν κι απ’ την άλλη, λυπάμαι ακαθόριστα. Την αθωότητά μου που κάηκε και που αν είναι να πεθάνω, ίσως δεν προλάβω να ανακτήσω.

Θέλω να ζήσω, λιονταράκι. Θέλω να ζήσω. Κάπου θα υπάρχει χώρος και για το δικό μου παιχνίδι, μέσα στις σκακιέρες των άλλων. Νόμιζα, θα ‘χω πάντα τη βασίλισσα. Και να που χάνω από έναν απλό στρατιώτη, που φτου σου! δεν τον νοιάζει κιόλας. Αν δεν τα καταφέρω, θέλω κάπου να έχω γράψει ότι κάποτε υπήρξα αθώα και πως τουλάχιστον, ακόμα το θυμάμαι…»

Σιχάθηκε τον εαυτό της λίγο γι’ αυτό που σκεφτότανε να κάνει. Τύλιξε στο χαρτί την απελπισία της ρολό, την έβαλε στο ντουλαπάκι του μπάνιου, πίσω από τον ορό ανάπλασης ρυτίδων, και άνοιξε το νερό του ντους να τρέχει. Μπήκε από κάτω γυμνή, περνώντας το νερό με τα δάχτυλα στα μαλλιά της, με κάθε πόρο του δέρματος ανοιχτό, για μία λύση, μια ιδέα.

Αν μπορούσε κανείς να περιγράψει τις λύσεις και τις ιδέες που κάθε χιλιοστό του δευτερολέπτου διατρέχουν τη μεγάλη πόλη απ’ άκρη σ’ άκρη, θα έβλεπε νεφελώματα διαφόρων χρωμάτων να περιελίσσονται σε τροχιές, άλλοτε ευθείες κι άλλοτε στρόβιλες, ανάλογα με την προθετικότητα, την ένταση, τα διανοητικά εμπόδια και τους περιορισμούς της  ελεύθερης βούλησης όλων των πλασμάτων που εμπλέκονται ή αδιαφορούν για την περίσταση.

Αυτό, για τη γυναίκα που θα μπορούσε κάθε απόγευμα να ανεβαίνει σε μια ταράτσα και να παρακολουθεί τι γίνεται με τα μάτια κλειστά, με τους νευρώνες της τεταμένους στον ατέρμονο θόλο, ήταν δεδομένο.

Για τη γυναίκα που ξέπλενε τις ιδέες της με το νερό του ντους, ήταν ένα ζητούμενο απεγνωσμένο, έντονα φορτισμένο με πρόθεση μεγατόνων, ασυνείδητη, και με πόθο υφέρποντα να μοιάζει αξεχώριστα στην ανάγκη.

Για τη γυναίκα της πρόχειρης καταξίωσης μέσω των άλλων και της φιλανθρωπίας που κοντόθωρα μόνο βλέπει στο σήμερα, αυτό θα ήταν μια ενοχλητική αλήθεια και, αν τύχαινε ποτέ να τη γνωρίσει, θα την αγνοούσε μέχρι ψεύδους.

Για το Δήμο, που εκείνη την ώρα επέστρεφε από το γερασμένο κτίριο που είχε ορθωθεί ξανά στα πόδια του – στον τελευταίο ευγενή του ρόλο σε πάλκο εύθραυστο που τρίζει-  το πλέγμα των ιδεών τον κατέκλυζε. Ο εσωτερικός του ορίζοντας καταιγισμένος τόσους μήνες τώρα με θραύσματα. Είχε πάψει να θυμάται πια πότε ήταν η πρωταρχική στιγμή που ο πυρετός της ευτυχίας ξεκίνησε να τον καίει. Πότε βρέθηκε να τρέχει σκοντάφτοντας  πίσω από μια σπασμένη κανάτα; Να αναμετριέται με την πτώση της από τα αγαπημένα χέρια; Και πώς, -αλήθεια πώς;- στα νοητά δικά του χέρια, κάθε πρωί την ξανασυναρμολογούσε;

«Είδες που ανησυχούσες, Δήμο; Όλα μας πήγαν περίφημα!» έκανε η Νάντια τον απολογισμό της μέρας των εγκαινίων, «δεν ήταν ανάγκη να κοιτάς συνέχεια το ρολόι σου, θα σε έβγαλαν όλες οι φωτογραφίες την ώρα που κοίταζες αλλού» είπε η Νάντια γελώντας καλοκάγαθα. Εκείνος, μετά από μια απόλυτα κουραστική εβδομάδα ετοιμασιών, εξακολουθούσε να ρίχνει κοφτές μικρές ματιές στους δείκτες του καρπού του που σήμαιναν την ώρα.

«Κι άραγε, είμαστε στον κατάλληλο χρόνο;» έπαιζε μια επαναλαμβανόμενη κασέτα μέσα του, την ώρα που έστριβε.

Εκείνο το απόγευμα αργά, 3 Ιουνίου νωρίς καλοκαίρι, είδε επιτέλους ένα ψήγμα του ονείρου του να κάνει ένα υποτυπώδες βήμα στον ανάμικτο αέρα του κέντρου της πόλης. Μιας πόλης όπου το αρχαίο, το νεοκλασικό, το σύγχρονο και το φουτουριστικό χώνονταν το ένα μέσα στο άλλο όπως – όπως. Καθένα τους με το δικό του θράσος να στεγάσει ό,τι του εμπιστεύονταν οι άνθρωποι, καταφέρνοντας μεγάλες δαγκωματιές συναμετάξυ τους, με διαλείμματα πρασίνου, εδώ κι εκεί.

Μέλημά του, ο κατάλληλος χώρος: Το τηλεφωνικό κέντρο που θα δεχόταν την πικρία και την απογοήτευση των  συμπολιτών του, με έναν μοναδικό αριθμό και απευθείας σύνδεση με κοινωνικούς λειτουργούς, χωρίς τα ενοχλητικά μενού «πατήστε 1, πατήστε 2, πατήστε 3», να τεντώνουν επικίνδυνα τις χορδές της υπομονής. Η απονενοημένη πράξη, η στιγμή της δυστυχίας που σε λυγίζει, δεν μπορεί να απαιτεί από το θορυβημένο ψυχισμό παράταση χρόνου. Τα επιμέρους Γραφεία Υποστήριξης Πολιτών, ανάλογα με την περίπτωση και ορισμός συνάντησης το πολύ μέσα στην ίδια εβδομάδα. Διαδραστικό περιβάλλον αναμονής, με επιφάνειες αφής ανάλογα με το θέμα που ενδιαφέρει τον προσερχόμενο και κάλυψη άμεσων διατροφικών αναγκών, για μείωση του στρες που προκαλεί η μη επαρκής σίτιση.

Μέλημά του και ο χρόνος, που συμπιεζόταν ασφυκτικά μέσα στη μέρα και στη νύχτα. Τις τελευταίες τρεις εβδομάδες μέχρι τα εγκαίνια, η εναλλαγή τους δεν αρκούσε για να προσδιορίσει τα όρια των κινήσεών του, των τηλεφωνικών του συνομιλιών, των προσώπων που έπρεπε αλλεπάλληλα να συναντήσει. Σε πλήρη έκθεση, σε πλήρη εξωτερική συγκατάβαση.

Θα κατέρρεε. Σε πλήρη εσωτερική σύγκρουση.Θα κατέρρεε.

«Ήρθε και η Έλλη, την είδες φαντάζομαι…»
«Την είδα.»
«Μιλήσατε, να υποθέσω.»
«Κάτι είπαμε, όχι πολλά.»
«Πώς ένιωσες;»

Την κοίταξε σκληρίζοντας τα μάτια του. Γιατί, δηλαδή;

«Έχουμε καθόλου στατιστικά από τις πρώτες αντιδράσεις στα social;» της άλλαξε θέμα.
«Ίσως είναι λίγο νωρίς. Πάντως, από κοινοποιήσεις και ριτουίτ καλά τα πάμε μέχρι ώρας και αναμένουμε αύξηση μέχρι αύριο στις δύο το μεσημέρι, όπου θα έχουμε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα.»
«Από σχόλια;»
«Θετικά τα βλέπω, αν και κάπως αμήχανα. Όσο περισσότερο σχολιασμό προκαλούμε με τις αναρτήσεις, τόσο πιο ολόπλευρη ανάλυση κάνουμε στο προφίλ των συμμετεχόντων και έτσι, θα στοχεύουμε όλο και καλ-ωχ…»

«Τι;»

Η Νάντια, γνωρίζοντας ότι φλερτάρει με τον αερόσακο, άρχισε να διαβάζει με σιγανή φωνή: «Δεν είμαστε σε θέση να μιλάμε ακόμα για αυτό. Σημασία έχει να πάει καλά η νέα του προσπάθεια και αυτό του το εύχομαι ολόψυχα, με την καρδιά μου…» – εντάξει, σχολίασε, καλά το χειρίστηκε, η ντροπαλοσύνη της μπορεί να κερδίσει τις εντυπώσεις…» και κατάπιε φοβισμένα, με το βλέμμα ίσια μπροστά.

Εκείνος σταμάτησε απότομα στο φανάρι που μόλις είχε δει να γίνεται κόκκινο. Ξεφύσηξε. Πόσο πιο τίποτα στον κόσμο δεν είχε να πει. Οι απόψεις των άλλων τον καλούσαν να μιλήσει. Πάλι. Να εξηγήσει. Πάλι. Να αναλύσει. Πάλι.

Νερό. Θέλει νερό.

«Τι εννοείς το χειρίστηκε καλά; Ως ΤΙ απάντησε, δηλαδή; Προς ΤΙ ο πληθυντικός; ΤΙ δουλειά είχε να απαντήσει; Πρέπει να σβηστεί!»

«Δε γίνεται… είναι ανεβασμένο πριν μιάμιση περίπου ώρα στο δικό της προφίλ…»

«Και για ΠΟΙΟ ΠΡΑΓΜΑ δεν είμαστε τάχα σε θέση να μιλάμε ακόμα;! Ειλικρινά, Νάντια, δε με αφορά και δεν έχω σκοπό ούτε να διαψεύσω ούτε να αποδεχτώ! Τίποτα, καταλαβαίνεις; ΤΙΠΟΤΑ!»

«Εδώ θα διαφωνήσω μαζί σου, Δήμο. Πρέπει να σε αφορά, αν θες τη γνώμη μου. Αν τώρα, αρχίσουν αποκάτω ολόκληρο thread με σχόλια, ερωτήσεις και απαντήσεις, θα φανεί πολύ «δειλό» εκ μέρους σου να μην απαντήσεις τίποτα ή ακόμα και να το διαγράψει, αφού της το ζητήσεις εσύ, φυσικά.»

«Βρε Νάντια, δεν τα’ χουμε πει; Προφανώς και θα το σβήσει και προφανώς δεν θα απαντήσω τίποτα, γιατί το θεωρώ άσχετο με το Υπουργείο Ευτυχίας και τις δράσεις του! Πώς αυτό με κάνει δειλό; Υπεύθυνο και σοβαρό με κάνει, θα τρελαθούμε τελείως;!»

«Καλά, μην ταράζεσαι, κάποια λύση θα βρούμε. Εδώ, πιο κάτω, με αφήνεις, λίγο πριν το περίπτερο… Σκέψου το, πάντως, Δήμο. Για την ώρα, θα κάνουμε αυτό που θες, όμως σκέψου: Αν ήτανε διατεθειμένη να το σβήσει… γιατί να το δημοσιεύσει αυτό, εξαρχής; Καληνύχτα.»

Με ένα νεύμα, την άφησε να βγει, βγαίνοντας κι αυτός για ένα μπουκάλι νερό. «Ακόμα λίγο και τελειώσαμε…» μονολογούσε, ώρες τώρα, «ακόμα λίγο, ακόμα λίγο…»

Σε ποιον ακριβώς πάσχιζε να φέρει την ευτυχία με το Υπουργείο του; Η σκέψη τον χτύπησε από το έσω κέντρο του. Σε πολίτες που θα ασχολούνταν με όλα τα άκυρα θέματα και που θα κυνηγούσαν το κουτσομπολιό χαμένοι στις σελίδες των κοινωνικών  δικτύων;

Όταν, αργά πια, έφτασε κατάκοπος στο διαμέρισμά του, το λίγο είχε παρατραβήξει και του βάραινε το κορμί. Οι αντοχές του τον εγκατέλειψαν στο κρεβάτι μόνο, γυμνό. Θα σηκωνόταν σε δυο – τρεις μέρες.

Αυτή τη νύχτα, την ονειρεύτηκε ξανά. Το πέπλο ανασηκώθηκε κάπως. Η φιγούρα πλησίασε κοντά του. Περίμενε από συνήθεια να ακούσει τη στάμνα να σπάει και να ξυπνήσει, όμως αυτό δε συνέβη. Το αέρινο σώμα της κινούνταν αθόρυβα γύρω του, χωρίς να τον ενοχλεί.

«Πασχίζεις, χαρά μου, το βλέπω, πασχίζεις…» και τον άγγιξε απαλά στο θώρακα. Δροσιά.

«Επιτέλους…», χαμογέλασε μέσα στον ύπνο του και ξύστηκε άτσαλα, σαν έφηβος.

………………………………………………………………………………………….

«Επιτέλους!»

Σε ένα άλλο διαμέρισμα της πόλης, το αναρτημένο σχόλιο της Έλλης, γινότανε σωσίβιο, εμμονή, μοχλός στο χέρι που μπορούσε να γυρίσει το ένα και μοναδικό γρανάζι που του απέμενε.

 

 

 

Copyright © 2020. Athina Zografaki. All rights reserved.

Δίχως Σχόλια

Αφήστε το σχόλιό σας.