Athina breathes. Loves. Writes.


Born in Patras in 1986
Finished her Bachelor Degree in Greek Philology in 2009 (University of Patras), followed by a Master Degree in Language Studies in 2010 (Lancaster University, U.K.)
Left her Ph.D. Degree after 5 years of study (University of Athens), for all the reasons of the world, grateful for the broad knowledge she gained throughout the process.
Has worked in the private sector as a copywriter, editor, and proofreader for 4 years (Athens, 2011-2015).

Υπουργείο Ευτυχίας (8)

Υπουργείο Ευτυχίας (8)

Μου κόψανε τα μαλλιά μου. Γουλί. Πάνε τα μαλλιά μου. Ο διοικητής της αστυνομίας έκανε έναν άθλιο μορφασμό όταν με είδε. Δε με ρώτησε καν, όπως άλλες φορές, αστειευόμενος, τι τους έκανες πάλι; Όχι, όχι, δε με ρώτησε. Λυπήθηκε να το κάνει. Με συνέδεσε με τους αισθητήρες για να ξεκινήσουμε τη γνωστή διαδικασία. Ούτε το πρόσωπό μου δεν θυμάμαι τους τελευταίους μήνες. Μου έχουν αφαιρέσει τους καθρέφτες, για λόγους ασφαλείας. Οι τοίχοι με τα αλληλοδιαβαθμιζόμενα σπιράλ και οι εναλλαγές των ιριδισμών, δημιουργούν στο κεφάλι μου το λευκό της νέκρας. Παρόλα αυτά, απαντάω με ακρίβεια στις ερωτήσεις του. Ή τουλάχιστον,  αυτήν την αίσθηση έχω εγώ, γιατί μου διαφεύγει η αίσθηση που έχει εκείνος για τα στοιχεία που κάθε φορά του δίνω.

Γιατί ο δράστης επέλεξε ένα μαχαίρι και όχι ένα πιστόλι με σιγαστήρα και μαξιλάρι, αφού δεν ήταν ώρα κοινής ησυχίας και η καμαριέρα ήδη χτυπούσε την πόρτα για να μπει να καθαρίσει; Προσπαθώ να αγγίξω ασυναίσθητα το πρόσωπό μου και καλύπτω πρώτα το ένα μου μάτι κι έπειτα το άλλο. Εναλλάσσω την κίνηση πολλές φορές  κι εκείνος προσπαθεί να σημειώσει τι κάνω για να εκμαιεύσει την απάντηση. Δύο πανομοιότυπα μάτια, μα όχι τα ίδια, σκέφτομαι, βλέπουν το ίδιο, μα σε διαφορετικό χρόνο. Δεν του απαντάω αμέσως.

Διαπραγματεύομαι μαζί του να μπορέσω να δω έναν καθρέφτη, γιατί νιώθω πρησμένη από τα υπνωτικά και οι νεύρες στη μύτη μου τρεμουλιάζουν και με ενοχλούν σαν φαγούρα που δεν εκδηλώνεται. Θέλω να δω αν έχει μεγαλώσει η μύτη μου. Θέλω να δω τι χρώμα έχει το πρόσωπό μου τώρα που μου ξύρισαν τα μαλλιά. Καλώς, μου απαντάει, αλλά θα πρέπει να μείνεις μέχρι το τέλος της διαδικασίας, δε θα μπορέσεις να επιστρέψεις άμεσα στο Ινστιτούτο για τις εργασίες σου. Χαμογελώ. Έπειτα ξεσπάω σε γέλια που προσπαθώ να κρατήσω με τα χέρια μου, αλλά αυτά ξεχύνονται, ξεχύνονται τα γέλια μου και γίνονται κλάματα. Ινστιτούτο, επαναλαμβάνω και φτύνω στο πάτωμα επιτόπου.

Σηκώνει τα φρύδια του, μην κάνεις πως με θαυμάζεις, Τζίμι, τον κόβω, σας έμαθα πια, με λυπάσαι επειδή έχω γίνει μια άσχημη. ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ;;; ουρλιάζω. Φέρτε μου έναν καθρέφτη, ρεμάλια, θέλω έναν καθρέφτη, πώς είμαι; Μου κόψανε τα μαλλιά μου, οι αλήτες, μου κόψανε τα μαλλιά μου, κλωτσάω το καλαθάκι με τα χαρτιά και το ρίχνω κάτω. Κλαίω. Ηρέμησε, μου λέει ο Τζίμι, θα ξαναβγούν τα μαλλιά σου και θα είσαι πολύ όμορφη, όπως πάντα. Όπως ήταν και η μητέρα σου, η Κάθριν. Ένα κόκκινο τριαντάφυλλο διαμορφώνεται στη σκέψη μου και σηκώνεται να ταξιδέψει στον αιθέρα, ποιος ξέρει για πού.

Προσπαθώ να το στείλω στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, εκεί που το χρειάζονται. Οι αισθητήρες που έχουν στερεώσει στους κροτάφους μου δίνουν τις συντεταγμένες του σημείου και το πρόγραμμα τις αποθηκεύει, αναπαράγοντας το τριαντάφυλλο στην οθόνη του Τζιμ. Χαμογελάει. Σήμερα είναι αλλιώς. Ποτέ ξανά δεν έχει αναφέρει το όνομα της μάνας μου. Η σκέψη της με γλύκανε.

«Δεν ήταν ο ίδιος δράστης. Μοιάζει να είναι επανάληψη ενός μοτίβου φόνου, αλλά δεν είναι. Ψάξτε το περισσότερο, γιατί κάποιος στην υπόθεση μιμείται μια επανάληψη.»

«Ώρα τώρα να ξεκουραστείς», μου λέει και μου βγάζει τους αισθητήρες. Δίνει εντολή να με οδηγήσουν στις τουαλέτες της υπηρεσίας. Κλείνοντας οι πόρτες πίσω μου, τον ακούω να λέει πως αναλαμβάνει πλέον αυτός και τους δίνει άδεια για τις επόμενες δύο μέρες. Σκέφτομαι πως κάτι γίνεται, δεν μπορεί. Με οδηγεί στη λεκάνη νούμερο τρία και με σπρώχνει μέσα, κάνοντας σήμα με το δάχτυλο να σιωπήσω και να τραβήξω το καζανάκι. Με το βλέμμα του μου δείχνει ένα σάκο με πράγματα.

«Έχει και καθρέφτη εδώ», μου λέει και χαμογελάει, αφήνοντάς με μόνη να ντυθώ.

Δεν χάνω καιρό. Περιεργάζομαι το πρόσωπο μου, σαν την τρελή που θέλει να ξεριζώσει τη θωριά της. Όλα βρίσκονται ακόμα στη θέση τους. Παρά τα φάρμακα και την εξάντληση, ο Τζιμ μου έχει πει την αλήθεια, ένα γνώριμο πρόσωπο που ακόμα περιμένει να ζήσει, επιβεβαιώνει ότι είμαι ακόμα γυναίκα. Βάζω επάνω μου ότι περιέχει μέσα ο σάκος. Βάφομαι, ίσως μετά από χρόνια. Κι ας είμαι γουλί. Μου έχει πάρει μια κόκκινη παντάνα, καλοκαιρινή. Φοράω και τα μαύρα στρογγυλά γυαλιά. Βάζω και κραγιόν. Ανεβαίνω σα μουδιασμένος ακροβάτης στις πλατφόρμες και τραβάω τη φούστα με τα φλοράλ να ισιώσει. Δοκιμάζω δυο – τρεις γκριμάτσες αδιάφορης κυρίας που περπατάει αφ’ υψηλού, σε κακόφημη συνοικία με μυρωδιές από καμένο λάδι σε χιλιοχρησιμοποιημένο γουόκ.

Βγαίνοντας από την πίσω πόρτα του τμήματος είμαι αγνώριστη, κανείς δεν καταλαβαίνει ότι είμαι εγώ, μόνο ο Τζίμι, που έχει πάει να φέρει το υπηρεσιακό. Είναι ωραίος ο καθαρός αέρας, έχει μια λιακάδα σαν αγκαλιά. Τζίμι Ντένινσον.

«Πρέπει να γίνει σήμερα», μου εξηγεί. Του γνέφω χαμηλώνοντας το πηγούνι. Ένα κολίμπρι φτερουγίζει χρώματα μες στο κεφάλι μου, αλλά χωρίς τους αισθητήρες, ο Τζίμι δεν μπορεί να το δει.

Μετά από δύο-τρία οικοδομικά τετράγωνα, σ’ ένα στενό που δίνει την εντύπωση κόκκινου τούβλου και αδιεξόδου, αφήνουμε το υπηρεσιακό και μπαίνουμε σε ένα άλλο, κίτρινο αμάξι, με χαμηλό ταβάνι, μπουρί που βρυχάται και χαλασμένους υαλοκαθαριστήρες που, ενόψει λιακάδας, με κάθε άναμμα του φλας γδέρνουν τη σκόνη.

Ο Τζίμι εξακολουθεί να μου εξηγεί. Εγώ ξεκαρδίζομαι με κάθε σκούξιμο που κάνει η μπακατέλα στο λευτεροσωτήριο έργο της.

«Αφού μπορείς ακόμα να γελάς… Θα πάρεις τρένο μέχρι το Σικάγο και από εκεί, με λεωφορείο θα βγεις στο Μίντγουεϊ. Θα κάνεις τσεκ-ιν στην πρώτη διαθέσιμη πτήση για Ρώμη, αλλά θα τη χάσεις. Θα ζητήσεις να σου αλλάξουν τα εισιτήρια, έχουν περίπου άλλη μια πτήση μέχρι τα μεσάνυχτα. Μου πασάρει καινούρια βιομετρική ταυτότητα. Διαβάζω ένα όνομα που δεν είναι το δικό μου. Πάει και τ’ όνομά μου, μουρμουρίζω και ξαναθυμάμαι τα μαλλιά μου. Μου δίνει οδηγίες. Πού να μείνω, ποιον να καλέσω σε ώρα ανάγκης. Βασικά, κανέναν. Το συντομότερο θα έχω σήμα του, με διαβεβαιώνει. Κάνω πως τον πιστεύω, γιατί θέλει κι αυτός να το πιστέψει.

«Στην Ιταλία να παίρνεις μόνο από καρτοτηλέφωνο, να φροντίσεις να φτάσεις  Ελλάντα, χωρίς να πάρεις αεροπλάνο. Θα αλλάζεις συνέχεια τις διαδρομές σου και τη διαμονή σου, θα κινείσαι ήσυχα, στα κοντινά και στα χαμηλά.»

Το κίτρινο σαραβαλάκι μας βγάζει στο σταθμό των τρένων.

«Τα λαστιχάκια που μου κατέστρεψαν ήταν της μητέρας μου…»

«Η μαμά σου βρίσκεται πάντα εδώ», μου δείχνει το μέρος της καρδιάς.

Χαμογελάω πάλι και βουρκώνω αμέσως μετά. Μου πατάει ξανά την κόρνα για να ξεκαρδιστώ λιγάκι.

«Φεύγεις σε λίγα λεπτά. Θυμήσου πως πλέον δεν υπάρχεις ως Έμιλι Ντένβερο – Παπαχαραλάμπους.»

«Μέσα στο σάκο, είδα, έχεις βάλει και μαγιό…»

«Γιατί μπαίνει καλοκαίρι σε δύο μήνες Ελλάντα. Κι είσαι μία όμορφη γυναίκα, Έμιλι.»

Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά από τον ίλιγγο της χαράς. Η Ελλάδα, η χώρα που γεννήθηκα και έζησα τα πρώτα δεκαπέντε χρόνια της ζωής μου. Πάντα ήθελα να επιστρέψω, όμως εκείνος δε με άφησε ποτέ. Αρνούμαι να δεχτώ ότι είναι αλήθεια. Ότι είμαι επιτέλους έξω. Νιώθω να παίζω σε σενάριο του μυαλού μου. Κι αν είναι άλλο ένα κόλπο; Το σκέφτομαι και σκοτεινιάζω.

«Ναι, είναι άλλο ένα κόλπο, για καλό όμως τώρα, Έμιλι, προσπαθούμε για κάτι καλό. Μόλις βγεις στην Ανγκόνα, ενεργοποίησε τον καταγραφέα που σου έχω βάλει μέσα και πάτα το κουμπί reset, μόνο μια φορά, με το νέο σου όνομα.»

«Το ψεύτικο όνομα, θες να πεις.»

«Κάθε μας όνομα κι ένα πετσί που ζούμε μέσα του. Δες το κι έτσι.»

Τον ακούω να μου μιλάει, κινητό να προμηθευτώ μόλις φτάσω.  Ένα άλλο σώμα έχει βρεθεί απανθρακωμένο, μόλις τρεις μέρες πριν, ακόμα κανείς συγγενής ή γνωστός δεν το αναζήτησε. Θα δούμε, μου λέει. Έχω αρκετά λεφτά να κινηθώ προς το παρόν, με ενημερώνει.

«Μόλις δώσεις σήμα, λίγο πριν αλλάξουν τα εγχώρια ύδατα στην Ηγκουμενίτσα, εγώ θα δηλώσω ότι εξαφανίστηκες και θα τον αναγκάσουμε να ταξιδέψει μέσω Ρώμης ή Βενετίας για Τέξας, όταν εσύ θα ταξιδεύεις ήδη για Πάτρα.»

Ακούω με ευχαρίστηση να προσπαθεί με τα βέρα αμερικάνικα αγγλικά του να μιλήσει για τόπους και διαδρομές ευρωπαϊκές και ξένες προς αυτόν κι εγώ θυμάμαι ξανά, με γλύκα, φθόγγους και κελαρυστά φωνηεντικά συμπλέγματα που με γυρνάνε εικονικά σε όλες τις άνοιξες της παιδικής μου ηλικίας.

Ο Τζίμι συνεχίζει με πολλές λεπτομέρειες. Ακούω με προσοχή. Ανησυχώ που καλύπτει όλο τον εναπομείναντα χρόνο μας με αυτά, ότι δε θα προλάβω να τον αγκαλιάσω και να τον χαιρετήσω. Συνειδητοποιώ για πρώτη φορά ότι η νέα μου ελευθερία σημαίνει το να μην ξανακούσω ποτέ κανέναν να με αποκαλεί με το όνομά μου. Ότι υπάρχει περίπτωση να μην τα καταφέρουμε και να πεθάνει, πρώτα αυτός και μετά εγώ. Να προτιμάω ιδιωτικούς ξενώνες και δωμάτια χαμηλής αξίας, όχι ξενοδοχεία. Να αποφεύγω το ίντερνετ, να μην αφήνω καθόλου διαδικτυακά ίχνη. Τα υπόλοιπα λίγο πολύ τα καταλαβαίνω. Χρόνια τώρα, καταλαβαίνω τόσα πολλά περισσότερα, ακόμα και όσα δε θέλω ή δεν πρέπει.

Τρία χρόνια σου πήρε, Τζίμι Ντένινσον, να βρεις τις κατάλληλες συνθήκες να αναπνεύσω και πάλι, κι όμως. Την υπόσχεση στη μάνα μου την κράτησες. Την αγάπησες στ’ αλήθεια. Και μου μαθαίνεις τώρα πώς ν’ αγαπώ κι εγώ στ’ αλήθεια. «Αυτή είναι η πιο σημαντική πληροφορία, κοριτσάκι μου… Η διασταύρωση που πάντα θα σε βγάζει σωστά…» θυμάμαι που είχε πει πριν κλείσει τα μάτια της ήσυχα και εσύ, Τζίμι, κοιτούσες από πίσω και έτρεμες μη δει το δάκρυ σου εκείνος.

Μανούλα μου. Μαμά μου, δική μου, όμορφη μαμά! Κοίτα με, μαμά! Τριαντάφυλλο στη Μέση Ανατολή και κολίμπρι μέσα στο μυαλό μου! Υπήρξε καλός ο Τζίμι μαμά! Πετάω ψηλά, μαμά!

Να θυμηθώ μόλις ξυπνήσω στη χώρα της λιακάδας, να πάρω ένα σωρό λαστιχάκια για τα μαλλιά. Κι ας μην έχω. Έτσι, θα τα περιμένω με μεγαλύτερη χαρά να μεγαλώσουν. Και εσπαντρίγκες. Είμαι σίγουρη πως για ό, τι άλλο χρειαστώ, θα υπάρχουν κώδικες μέσα στο σακίδιο. Κι αν δεν υπάρχουν, θ’ αυτοσχεδιάσω.

Μόλις σηκωνόμαστε στον αέρα και σταθεροποιούμαστε πάνω απ’ τα σύννεφα, είναι πλέον νύχτα κι η λευκή δορυφόρος διαχέει το φως του ήλιου ψυχραμένο για όσους είναι ακόμα ξύπνιοι. Φορτίζω όλα μου τα συστήματα μεμιάς. Στα μάγουλά μου λευκές ανταύγειες φωτός. Ευχάριστες ανατριχίλες και ευεργετικά καψίματα διατρέχουν όλο μου το κορμί, οι κλειδώσεις μου κάνουν υπομονή στην πίεση και το υψόμετρο. Παίρνω βαθιές αναπνοές.

Τα τελευταία πέντε χρόνια έκλαιγα για ελευθερία. Τώρα, κλαίω από ελευθερία.

Νιώθω να επιστρέφει το  συναίσθημα εκείνο ευτυχίας που διοχέτευσα σε σκεπτομορφή, όταν πριν ένα χρόνο περίπου, κάποιο βράδυ απ’ τα βασανισμένα μου στο Ινστιτούτο, ονειρεύτηκα ένα πολύ αγαπημένο ανδρικό πρόσωπο, που δεν το ξέρω καν. Ίσως να μην έχει γεννηθεί καν στη γη, τώρα που είμαι κι εγώ επάνω της και περπατώ. Φαίνεται όμως να το γνωρίζει η ψυχή μου και αυτό μου αρκεί.

Λίγο πριν κλείσω τα μάτια να περάσω στο ασημένιο πεδίο, μια λευκή πεταλούδα εκδηλώνεται και με αφήνει φτερουγίζοντας πίσω της.

 

Copyright © 2019. Athina Zografaki, All rights reserved.

Δίχως Σχόλια

Αφήστε το σχόλιό σας.