Athina breathes. Loves. Writes.


Born in Patras in 1986
Finished her Bachelor Degree in Greek Philology in 2009 (University of Patras), followed by a Master Degree in Language Studies in 2010 (Lancaster University, U.K.)
Left her Ph.D. Degree after 5 years of study (University of Athens), for all the reasons of the world, grateful for the broad knowledge she gained throughout the process.
Has worked in the private sector as a copywriter, editor, and proofreader for 4 years (Athens, 2011-2015).

Ο ποδηλάτης με τις πέντε πιθανότητες

Ο ποδηλάτης με τις πέντε πιθανότητες

Στο δρόμο (Πιθανότητα Νο1)

Είχε πιάσει να πηγαίνει αργά στη μέση του ήσυχου στενού, με χαλαρές  πεταλιές  και τα χέρια του ίσα ν’ αγγίζουν το τιμόνι. Το μαύρο παλτό του ανασηκωνόταν από τον χειμωνιάτικο αέρα και  άνοιγε δεξιά κι αριστερά, δίνοντας ένα αυξημένο πλάτος στη λεπτή του φιγούρα. Φαινόταν να κοιτάει κάτι προσηλωμένος μπροστά, χωρίς να μορφάζει, αλλά και χωρίς ν’ αδιαφορεί. Ούτως ή άλλως, όταν έβγαινε στο δρόμο, και σπουργίτι που λέει ο λόγος να καθότανε στον ώμο του, έκανε μια κίνηση και το ‘διωχνε. Τίποτα δεν ήθελε να του αποσπά την προσοχή τη στιγμή που βόλταρε μέσα στα στενά της πόλης, τη στιγμή που κι ένα φύλλο ακόμα μπορούσε να κάνει τη διαφορά. Τη διαφορά στις πιθανότητες.

Έτσι απαλά τσούλαγε μέσα στις γειτονιές, χωρίς κανείς να τον προσέχει ιδιαίτερα, μόνο οι πεταλούδες φαίνονταν να αναστατώνονται λιγάκι στο πέρασμά του και πετάριζαν δίπλα στα μανίκια του. Άντε και κανά παιδί να στύλωνε λίγο το βλέμμα του, μα όσο να φτάσει τη μπάλα του, όσο να σφυρίξει στο φίλο του στην άλλη άκρη του στενού, μόνο μια φευγαλέα μνήμη απέμενε στο τρυφερό μυαλουδάκι, κάτι σαν γνώση από το μέλλον που όμως τώρα ήταν άχρηστη. «Ντιλίτ, μικράκι, ντιλίτ» έλεγε σε αυτές τις περιπτώσεις και συνέχιζε ατάραχος τη βόλτα του. Αυτή ήταν όλη κι όλη η προσοχή που του έδινε ο κόσμος.

Ακόμα, δεν είχε αποφασίσει αν έτσι ήταν καλύτερα ή χειρότερα.

Όχι για τον ίδιο. Για τον κόσμο.

Κάθε βόλτα στα στενά της πόλης ήταν αναγκαία και σημαντική. Κάθε λεπτό, κάθε ώρα, κάθε μικρή λεπτομέρεια, το τοιχάκι που ξάσπρισε, η γλάστρα που έσπασε, το φωτάκι που ξεχάστηκε αναμμένο, η πόρτα που άνοιξε, το σκυλάκι που σφιγγότανε σε μια γωνία απ’ την ανάγκη του, η κόρνα που ακουγότανε, όλα, όλα ετούτα κι άλλα τόσα, ήταν σημαντικά, πολύ σημαντικά.

«Τι θα γίνει, χριστιανέ μου! Θα κάνεις στην άκρη καμιάν ώρα! Τόση ώρα κορνάρω κι εσύ δεν ακούς! Άντε στο διάολο πια!»

Ο οδηγός του πίσω οχήματος είχε χάσει τελείως την υπομονή του και τον στόλιζε με διάφορα επίθετα, όση ώρα πάταγε μανιασμένα γκάζι φρένο κατακόκκινος από οργή. Το αυτοκίνητο έβηχε σα μπουκωμένο. Εκείνος, χωρίς να γυρίσει το κεφάλι καθόλου, σταμάτησε, πάτησε στο οδόστρωμα δεξιά αριστερά κι είπε σοβαρά:

«Γιατί, βιάζεσαι να φτάσεις πρώτος;»

Ο άλλος, κόντεψε να του ‘ρθει κόλπος.

«Άκου, να φτάσω πρώτος, λέει! Δεν κάνω αγώνες, χριστιανέ μου! Η κόρη μου γεννάει από λεπτό σε λεπτό, έχει επιπλοκές και θα μου πεις αν βιάζομαι! Προχώρα κάνε στην άκρη, μαλάκα! Ε  μαλάκα!» και μάρσαρε σαν τρελός.

«Μωρέ, εγώ θα φτάσω πρώτος» μονολόγησε σοβαρά, «αλλά για ποιον είναι το ζήτημα» συμπλήρωσε σκεφτικός.

«Τι λες άνθρωπέ μου, τρελάθηκες;» έφτυνε σάλια ο άλλος σε απόγνωση, «δεν κάνω κούρσα εγώ! Στην κόρη μου πάω, το καταλαβαίνεις; Στην- κό-ρη- μου! Έχει επιπλοκές! Μα τον άγιο, θα σε πατήσω!» και ξαναμάρσαρε απειλητικά.

«Πάντως, κατά μία πιθανότητα, θα φτάσω πρώτος…» Και με μια θεατρική  κίνηση πήρε θέση δεξιά για να αφήσει ελεύθερο πέρασμα στον πανικοβλημένο πατέρα.

«Τι να σου κάνει κι αυτός… Η επιλογή θα είναι δύσκολη ακόμα και για μένα…» παραδέχτηκε τέλος κι έκοψε από ένα στενό αριστερά για το νοσοκομείο.

 

Η πηγή της ζωής (Πιθανότητα Νο2)

Το πρόσωπο της κοπέλας ούτε που φαινόταν από τον πόνο και το αγκομαχητό. Τα ιδρωμένα της μαλλιά κολλάγανε στο μέτωπο, στα μάτια, στα ρουθούνια, στο στόμα, της έκλειναν τον αέρα από παντού. Οι φλέβες της είχαν πεταχτεί από την προσπάθεια και το μάταιο σπρώξιμο. Σε κάθε εκπνοή υπέφερε. Το κλάμα δεν ακουγόταν. Η λύτρωση δεν ερχόταν.

«Έλα κορίτσι μου, κοντεύουμε, θα δεις με την επόμενη, θα δεις…» έλεγε η νοσοκόμα, «μόλις βγει θα τα ξεχάσεις όλα, όλα θα τα ξεχάσεις…» και έσφιξε το σαγόνι της νευρικά.

Η κοπέλα με την ανάστροφη ρήμαξε το κομοδίνο κι όλα του τα πράγματα έσπασαν χάμω.

«Πεθαίνωωωω», ούρλιαξε, «πεθαίνω, αδελφή, πεθαίνω και το ξέρω!»

Η άλλη νοσοκόμα, η νεότερη, μπήκε στο θάλαμο τρομαγμένη.

«Στο δρόμο είναι κι έρχεται ο γιατρός, υπομονή, κοπέλα μου, υπομονή…» είπε κι  έκανε να της πιάσει  το χέρι. Το κορίτσι το τράβηξε θυμωμένα.

«Μου λέτε ψέματα, ψέματα! Γιατί δε βγαίνει το παιδί, τι συμβαίνει, γιατί δε μου λέτε;»

Τα βλέμματα των δύο αδελφών διασταυρώθηκαν για μια στιγμή πάνω απ’ το προσκέφαλο του κοριτσιού κι έπειτα προσηλώθηκαν ανάμεσα στα ματωμένα της πόδια. Σιωπή. Ξαφνικά, τα μάτια της γύρισαν και έγειρε ξεπνοημένη το κεφάλι της πίσω στο υγρό μαξιλάρι.

«Ξαναπάρε το γιατρό!» είπε η μεγαλύτερη νοσοκόμα στην άλλη κι έβαλε μάσκες, σωληνάρια κι απινιδωτές σε ετοιμότητα.

«Τον άχρηστο!», έβρισε μες απ’ τα δόντια, «χάνουμε και το παιδί και το κορίτσι!»

Η συγκεκριμένη περίπτωση ήταν δύσκολη. Μέναν μόνο κάποια λεπτά. Η ώρα ζύγωνε κι ακόμα δεν μπορούσε να αποφασίσει.

Η γυναίκα. Η πηγή της ζωής. Που, όπως όλες οι πηγές ενίοτε στερεύει, κι ό, τι άλλο, βιοπολιτικός μύθος. Υποφέρει για ώρες μέχρι να θυμώσει και μετά σταματάει το σύμπαν.

Το μωρό. Ταυτόσημο του αύριο. Ασφυκτιά εκεί που βρίσκεται. Υπάρχει και δεν υπάρχει. Πεθαίνει και δεν πεθαίνει.

Το τώρα μπορεί να φέρει ένα αύριο, το αύριο όμως δεν μπορεί να εγγυηθεί το τώρα. Ναι, αλλά δεν μπορείς να πεις πως και τ’ αύριο δεν αξίζει, η προσμονή του μόνο μπορεί να κάνει ένα βράδυ να ξεγεννήσει ένα πρωί. Γκουντ νάιτ, γκουντ μόρνινγκ, σερ. Τσάνσις αρ, τσάνσις αρ.Ή και αντίστροφα. Η προσμονή μας μάρανε, τελικά.

 

Εκεί μέσα (Πιθανότητα Νο 3)

Να σας πω, κύριε -Τζέι, για σένα μικρό, Τζέι- δεν είμαι και σίγουρο τι θα κάνω σαν θα βγω, ούτε τι θα γίνω όταν μεγαλώσω, θέλω να πω, τιμώ την πιθανότητα που θέλετε να μου χαρίσετε, αλλά ειλικρινά, με τι προσδοκίες; Εννέα μήνες τώρα, ακούω τη μαμά μια να σιγοκλαίει, μια να με χαϊδεύει και να χαίρεται. Οι παλμοί της ανεβαίνουν όλο χαρά όταν χτυπά ένας ήχος που κάνει τουτ-του-του-τουυυτ, αλλά μετά το πρώτο εμπρός, την ακούω απογοητευμένη και μετά κάτι ψιθυριστά που δεν τους δίνω σημασία, την ίδια στιγμή που η σκέψη της εμφανίζει έναν γραμμικό μπλε κώδικα που δίνει σήμα κάπου -πάντως όχι σε μένα- κάτι τύπου «Μα, πού είσαι μάνο; νάνο; κάνο; δεν καταλαβαίνω και πολύ καλά. Κι αναστενάζει. Και τώρα, αμφιταλαντεύομαι. Να βγω; Ή μήπως θα έρθει εκείνος ο νάνος και μια θ’ ανεβαίνουν οι παλμοί, μια θα καταβαίνουν; Τι θα κάνει εκεί έξω που με σπρώχνουνε να βγω, κρύο ή ζέστη;

Δεν ξέρω τι να σου απαντήσω, μικρό, ξέρω μόνο πως δεν μπορεί παρά να έχεις μεγάλη περιέργεια για κάτι, Τι; τι; τι; μη με κρατάς σε αγωνία, Τζέι, έλα πες μου, τι; Κάτι που όμοιό του δεν υπάρχει και η αλήθεια είναι ότι γι’ αυτό αξίζουν όλες οι πιθανότητες της γης και των υπόλοιπων αστέρων, Μα θα με σκάσεις, πες μου, Τζέι, επιτέλους, Υπάρχει ένα πρόβλημα, όμως, δεν επιτρέπεται να σου αποκαλύψω το μυστικό αυτό γιατί πρέπει ν’ αποφασίσεις να κατέβεις, μόνο την περιέργεια μπορώ να σου εξάψω από εκεί που βρίσκεσαι και από εκεί που βρίσκομαι.

Τζέι; Τι; Αν ενεργοποιήσεις την πιθανότητα για μένα, η μαμά μου θα ζήσει; Ναι. Και ο κάνος θα απαντήσει; Άγνωστο.Και θα είναι χαρούμενη; Άγνωστο κι αυτό. Δε μου ακούγεσαι και πολύ σίγουρος. Γιατί δεν υπάρχουν σιγουριές, μόνο πιθανότητες. Πόσο χρόνο έχω ν’ αποφασίσω; Όσο ανάσα έχει κι μάνα σου. Τζέι; Ναι. Θα ήθελα όλα να είναι αλλιώς και να μη στεναχωριέται κανείς. Κι αυτό γίνεται. Θα σφιχτώ λίγο για ν’ αποφασίσω. Εντάξει, μικρό, εγώ εδώ γύρω θα ‘μαι.

 

Τρεις καημοί κι ένας χλιαρός – Πιθανότητα Νο3

Έπειτα από λίγο, είδε και τον πατέρα να έρχεται λαχανιασμένος από το βάθος του διαδρόμου.

«Κι εσύ εδώ!» Ο κυριούλης που προ ολίγου τον έλεγε χριστιανό, τον  κοίταξε τώρα διερευνητικά με ένα βλέμμα όλο υποψίες. Και ξαναπήρε φόρα:

«Ώστε εσύ… εσύ είσαι! Μα βέβαια, εσύ πρέπει να είσαι!» είπε οργισμένα. «Αχρείε! Να κάνεις τέτοιο πράγμα στο κορίτσι μου και να εξαφανιστείς! Το βλέπεις που υποφέρει; Πού είσαι τόσους μήνες που σ’ αποζητά; Τι θα γίνει αυτό το παιδί; Τελειώσανε οι χαρές και τα λουλούδια και τη σκαπουλάραμε, κύριος; Ντροπή σου να κάνεις τέτοιο πράγμα στο παιδί μου!»

Και τον σκούντηξε με περιφρόνια να περάσει στην υγρασία του θαλάμου.

«Κόρη μου, εδώ είμαι, Βένια μου, κορίτσι μου, κουράγιο…» έλεγε στη χλωμή πηγούλα. Η κοπέλα σαν ν’ αναθάρρησε κι άνοιξε τα μάτια με μεγάλη δυσκολία.

«Ήρθε, πατέρα μου, ήρθε;»

«Ήρθε, μα τι να τον κάνεις, σαν το δειλό στέκεται απέξω, τόση ώρα είναι εδώ και δεν κοτάει να μπει. Να ‘σαι καλά εσύ και το παιδί κι έννοια σου, θα σ’ τον φτιάξω  εγώ τον κύριο!» και της έτριβε τ’ αφημένο χέρι.

«Μάνο; Μάνο μου; Φοβάσαι, Μάνο μου; Δε σου το κρατώ… Έλα μέσα να σε δω, μετά εγώ μπορεί… εγώ μπορεί…» είπε χωρίς ν’ αποτελειώσει. Μια άγρια σουβλιά την κέντησε σύγκορμη. Η φωνή της κόπηκε. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. Τινάχτηκε και πέτρωσε εκεί. Ο πατέρας της δίπλα κέρωσε. Οι νοσοκόμες όρμησαν να την συνεφέρουν.

Εκείνος άρχισε να ξαναζυγιάζει τις συνθήκες. Ο Μάνος. Τρυφερός και καλός καταβάθος, αλλά και φοβητσιάρης, εξαφανίστηκε όταν εκείνη είπε ότι δε θα το ‘ριχνε. Τον βάραινε, αλλά δεν έκανε και κάτι. Την έπαιρνε τηλέφωνο και μόλις άκουγε τη φωνή της να τον περιμένει της το ‘κλεινε. Όχι  κατ’ ανάγκη κακός, μα ούτε κι άδολος τελείως. Σαν να την τιμωρούσε που τον είχε ανάγκη, γιατί οτιδήποτε άλλο δε βόλευε. Για οτιδήποτε άλλο, θα έπρεπε να παραδεχτεί στον εαυτό του ότι αγαπ- μπα, ούτε να το σκεφτεί δεν ήθελε.

Τούτη την ώρα, ας πούμε, καθότανε σπίτι του, αγωνιώντας πέρα δώθε μετά από μια απεγνωσμένη κλήση που είχε λάβει πριν ώρες. Η φωνή της πονούσε, κοβόταν απ’ τις ανάσες, ξέρω ότι μ’ ακούς, Μάνο, απλά ήθελα να το ξέρεις ότι τώρα πάω στο νοσοκομείο, όχι ότι μπορεί αυτό να σου αλλάξει τη γνώμη, ήθελα όμως να το ξέρεις… Εκείνου είχε μαγκώσει ο λόγος και απλά κατάπιε, χωρίς να δώσει ηχητική απόκριση. Η γραμμή έπεσε. «Αν μπορούσες να καταλάβεις το ιδιάζον της περίστασης, Μάνο,  δε θ’ αργούσες, πρώτος κι από μένα θα ‘σουνα εδώ, Μάνο. Μάνο, κάνο, νάνο που λέει και το μικρούλι, πάει η πηγούλα με το νερό σου, κι εσύ ακόμα να καταλάβεις πως διψάς…» σκέφτηκε εκείνος.

Ναι, αλλά αν είναι έτσι τα πράγματα, τότε μπορεί ο Μάνος απλά να μη χρειάζεται. Σαν να γίνεται πιο εύκολη η εξίσωση τώρα. Άντε ν’ αποφασίσει κι αυτός γιατί, κρίμα, έχει παρατραβήξει η ταλαιπωρία και λυπάται, μπορεί πλέον να πει ξεκάθαρα πως λυπάται.

Ένα προς πέντε (Πιθανότητα Νο5)

Τα λεπτά εκείνα που τα νερά της πηγής σώνονταν, που ο πατέρας μπορούσε άνετα να αλλαξοπιστήσει από χριστιανός σε οτιδήποτε άλλο και οι νοσοκόμες κάνανε «αφού αφού» για να δείξουν αναπνοές στην κοπέλα, φάνηκε να έρχεται επιτέλους ο γιατρός.

«Τι έχουμε εδώ, αδελφή;» ρώτησε με ύφος γνωστικό. Εκείνη τον κοίταξε άγρια.

«Είναι ετοιμόγεννη εδώ και… τέσσερις ώρες. Φοβάμαι πως δε θα αντέξει, ίσως να πρέπει να την ανοίξουμε από πάνω…»

«Και το μωρό» συμπλήρωσε η άλλη, «είναι κάπως ψηλά ακόμα, το σκασμένο…»

«Χμμ, ίσως μας παίρνει να κάνει άλλη μια προσπάθεια…» διέγνωσε ψυχρά και πλατάγησε τις κουτάλες.

Το κορίτσι τον κοίταξε με τρόμο.

«Μα γιατρέ», είπε τώρα ο πατέρας τρέμοντας, «δεν το βλέπεις έτσι αδυνατισμένο, θα μας μείνει, δε θ’ αντέξει…»

«Σιωπή, κύριέ μου, αφήστε με να κάνω τη δουλειά μου! Παλμοί, αδελφή;»

Οι νοσοκόμες αντάλλαξαν πάλι το γνωστό τους βλέμμα. «Στα όρια, γιατρέ…»

O Ιάκωβος – ή Τζέικομπ, ή Γιάκομπ, ή Τζιάκομο, ή Ζακ με κιου στο τέλος επί το γαλλικότερον  ή Γιάκουε επί το αφρικανικότερον, ή Μαύρη Κάπα για τους Ινδιάνους Απάτσι της Βορείου Αμερικής, Γιοκ- βε- τσαν για τους Μογγόλους της επαρχίας Κινγκάι – στάθηκε στο κατώφλι κι έγειρε στο πλάι. Έβαλε τα χέρια του στις τσέπες του μαύρου παλτού, όπου φύλαγε πέντε ανθρώπινες πιθανότητες κι έπρεπε να ενεργοποιήσει τη μία. Προσηλώθηκε στο γιατρό. Στην ξιπασιά και τον υπολογισμό που έκανε με την αργοπορία του να προλειάνει ψυχολογικά το έδαφος  για να γλιστρήσει πιο εύκολα το φακελάκι.  Όλοι δυσανασχετούσαν, αλλά όλοι φοβούνταν. Και άρα όλοι έδιναν. «Μόνο που γιατρέ, η πηγή της ζωής είναι δωρεάν, κι αν λείψει το νερό, απ’ όλους θε να λείψει. Και το δικό σου στόμα, το στόμα της ξιπασμένης ειδημοσύνης, κι αυτό θα ξεραθεί…»

«Συγνώμη κύριε, είστε συγγενής;» Μια γεροδεμένη αντρική φιγούρα με ένα μαύρο δερμάτινο μπουφάν στάθηκε πλάι του, κοιτώντας από μακριά την κλίνη με αγωνία. Στα χέρια του κρατούσε τσακισμένο ένα άδειο πλαστικό μπουκάλι.

«Εγγενής, θα έλεγα, εσύ;»

«Εγώ… εγώ είμαι ο πατέρας…» έκανε αυτός σκύβοντας το κεφάλι. «Ξέρω πως έπρεπε να είμαι εδώ νωρίτερα, αλλά… ποτέ δεν είναι αργά, είναι;»

«Μπορεί και να είναι.»

Και νόμισε πως θα τελείωνε έτσι εύκολα. Να που ο Μάνος ήρθε και κοιτούσε και δάγκωνε τα χείλη. Έπιανε το μέτωπό του και έσερνε την παλάμη του μέχρι κάτω, τραβώντας  ένα αόρατο ρολό. Βούρκωνε. Έπρεπε να βάλει κι άλλο παράγοντα στο ζύγι.

«Την αγαπάς;» τον ρώτησε.

Εκείνος στραπατσάρισε με δύναμη το άδειο μπουκάλι. Ή κρύο ή ζέστη. Ή αγάπη ή τίποτα.

«Χωρίς τη Βένια;» Ξαφνικά το βλέμμα του εκκενώθηκε από την επίγνωση. «θεε μου… είναι το παιδί μου…» και φωνάζοντας Βέεεενιααα! σαν τρελός, έκανε στροφή και βούτηξε με δύο ανοιχτά άλματα προς την κλίνη, χωρίς να ξέρει καλά – καλά κι ο ίδιος τι πήγαινε να κάνει εκεί. Μόνο να πιαστεί από τα σεντόνια, όχι, όχι να της μιλούσε, ούτε, να την αγκάλιαζε, ούτε κι αυτό. Για αρχή, θα της κρατούσε κι αυτός το χέρι, αγαπώντας την.

Εκείνη, μόλις τον είδε, ανασηκώθηκε με καινούρια δύναμη.

«Μάνο μου; Μάνο μου ήρθες!»

Ο νέος έσκυψε και της φίλησε τα ιδρωμένα μαλλιά. Η κοπέλα ένιωσε το πλασματάκι να κουνιέται ξανά και να οδεύει σταθερά προς τα κάτω. «Πολύ φοβάμαι πως θα πρέπει να σας ανοίξουμε τελικά κυρία μου… Όντως, η κατάστασή σας είναι επιβαρυμένη. Βέβαια, θα κοστίσει κάτι παραπάνω, αλλά… πώς να γίνει;» συσπάστηκε το χείλι του γιατρού, καθώς κοίταξε τους δύο πατεράδες.

Ο άλλο απέξω σιωπηλά παρακολουθούσε τη σκηνή. «Είσαι ρεμάλι τελικά γιατρέ», σκέφτηκε, «πολύ ρεμάλι, ρεμάλι και κερατάς. Που εγώ, να μου, συνήθως δε θυμώνω, είμαι τελείως ψύχραιμος. Μα αν έχω μια πιθανότητα, ας είναι μαζί σου κι ας τρέχω μετά να αλλάζω τα τεφτέρια, γιατρέ μου, φιλάργυρε χασάπη…» Κι ανασήκωσε ανεπαίσθητα το χέρι του κάνοντας έναν στροβιλισμό, λες και ψαχούλευε την τσέπη του να βρει αμύγδαλα. Την τσέπη με τις πέντε διαθέσιμες πιθανότητες.

«Θα κάνω μια τελευταία προσπάθεια, γιατρέ, κι όπου βγει» είπε η κοπέλα αποφασιστικά κι έσπρωξε μ’ όλη της τη δύναμη. Ένας δυνατός σπασμός τής ζάρωσε το πρόσωπο κι εκείνη έσπρωξε με μακρόσυρτη, ζορισμένη κραυγή για τελευταία φορά.

Ο νέος της κρατούσε σφιχτά το ένα χέρι, την αγαπούσε, ο πατέρας της το άλλο, την αγαπούσε. Οι νοσοκόμες αναθάρρεψαν κι εκείνες, μπράβο, μπράβο κορίτσι μου, είμαστε σίγουρες πως θα τα καταφέρεις.

Κι ο γιατρός είπε ξινίζοντας που έχανε το φακελάκι:

«Βάζεις σε κίνδυνο τη ζωή τη δική σου και του παιδιού, να το ξέρεις…»

«Σε κίνδυνο βρίσκεται η ζωή εδώ και ώρα, γιατρέ… τίνος η ζωή, άσε με να το ξέρω εγώ καλύτερα» είπε νοερά και έβηξε σαν για να δηλώσει τη σκαιά του παρουσία.

«Ε, μα εσύ δεν τρώγεσαι πια! Τι γυρεύεις πάλι; Στην αρχή, σε πήρα για τον προκομμένο της κόρης μου, όμως δεν είσαι! Ώρες μας τριγυρνάς! Μήπως είσαι μάρτυρας του ιεχωβά και καραδοκείς μέσα στον πόνο μας να μας δώσεις φυλλάδιο; Άι σιχτίρι  πια, κάνε παραπέρα!» είπε ο πατέρας μπουχτισμένος.

Ήρθε να σταθεί κι αυτός κοντά στην κλίνη.

«Σας το είπα κύριε πως θα έφτανα πρώτος» χαμογέλασε και υποκλίθηκε μπροστά στην κοπέλα βγάζοντας το καπέλο του. «Κι όπως είπαμε, Μάνο…» και τον σκούντηξε ελαφρά στον ώμο.

Και υποχώρησε θεατρικά από το θάλαμο, καρφώνοντας με τα μάτια το γιατρό, που έπλενε τα χέρια του στο παραδιπλανό νιπτηράκι.

«Ποιος είστε, κύριε; Και τι θέλετε;» ρώτησε ο γιατρός με ύφος. Μια πεταλούδα φτερούγισε αθόρυβα και στάθηκε στον καθρέφτη, πάνω στην αντανάκλασή του.

«Εσάς», απάντησε εκείνος.

Το παιδί το βγάλανε Μιχάλη.

 

 

 

Copyright © 2018. Athina Zografaki, All rights reserved.

Δίχως Σχόλια

Αφήστε το σχόλιό σας.