Athina breathes. Loves. Writes.


Born in Patras in 1986
Finished her Bachelor Degree in Greek Philology in 2009 (University of Patras), followed by a Master Degree in Language Studies in 2010 (Lancaster University, U.K.)
Left her Ph.D. Degree after 5 years of study (University of Athens), for all the reasons of the world, grateful for the broad knowledge she gained throughout the process.
Has worked in the private sector as a copywriter, editor, and proofreader for 4 years (Athens, 2011-2015).

Το βάρος

Το βάρος

«Καλάβρυτα, 13 του Δεκέμβρη, 1943. Θυμάσαι, μάνα; Σκοτωμός και φωτιά παντού. Τώρα όμως που τα βλέπω όλα καθαρά και ξάστερα, δίχως καπνιά μπροστά στα μάτια μου, λέω πως τότες έγινε μια καταστροφή και μια δικαιοσύνη.

»Θέλω να το πιάσω από κείνο το πρωινό του ‘41, έτσι ξεμαλλιασμένη που παραπάταγες απ’ το ξύλο μες στο κρύο. Τον έβλεπα τον κακό σου τον καιρό, δεν ήταν μόνο που ‘χα φυτρώσει εγώ, μικρός ασθενικός κι αδικιολόγητος.  Ήταν που τα χώματα απ’ τα ορυχεία της Αμερικής και η σκουριά του γάντζου απ’ το κομμένο χέρι του άντρα σου -κείνο που απόχτησε μαζί με τις λίρες-  είχανε από χρόνια θρονιαστεί  στα ξανθά σου τα μαλλιά.  Εσύ λευκή σαν άγγελος κι εκείνος  μαύρο σίδερο. Μα η φτώχεια βλέπεις, ήσουν για πούλημα κι εκείνος είχε λίρες να σ’ αγοράσει. Γάμος, σου λέει, ταφή καθημερνή σε νυφικό κρεβάτι, λέω ‘γώ.

»Γιατί ήταν αγριάνθρωπος, μάνα μου, αγριάνθρωπος. Ήτανε βέβαια κι ο Κωστής, καλό παιδί και σ’ ήθελε. Μ’ αυτός δεν είχε λίρες να δώκει στη μάνα σου και του ‘πεσαν τα μούτρα σαν είδε το Μήτσο  τον  Κουλό να περνάει το κατώφλι σου. Νογάει το σίδερο να πει την πέτρα απ’ το λουλούδι; είχε σκεφτεί, και η καρδιά του σφίχτηκε.

«Εγώ, τη μέρα που ‘ρθε να σε πάρει, εγώ… ούτε μια τρίχα απ’ τα μαλλιά σου, τσικ δε θα ‘καμα, Αγγέλω μου, τσικ, κορίτσι μου…»

»Κι ο λόγος ο γλυκός ήρθε και κάθισε πάνω στο δέρμα σου. Το ξύπνησε, το ρίγησε, το έκαμε να θέλει, να ‘χει να θυμάται κι αυτό μια γλύκα απ’ τη ζωή, και σπάρθηκα εγώ, δέκατο τέταρτο στη σειρά. Κι έπειτα, τον είχες σιχαθεί. Κι ήταν κι ο γάντζος που μάτωνε κάθε σου κίνηση που μπορεί να θύμιζε και όχι. Μην κοιτάς που εγώ τα λέω, εσένα ήταν άντρας σου, μένα πατέρας μου δεν ήταν.

»Κείνο το πρωινό με κράταγες στον κόρφο σου κι έτρεμες, έτρεχες να με γλιτώσεις απ’ το γάντζο. Πολλά τα δεινά, πολλά τα παιδιά, πολύ και το ξύλο. Πολλά ήταν όλα ετούτα για τα νιάτα σου, λύγισες  χάμω να λιώσεις.

«Δεν αντέχω άλλο Παναγιά, δεν αντέχω, πάρε μου ένα βάρος!»

»Δύσκολη εποχή τότε. Και τώρα είναι. Πολλοί το λένε, λίγοι το καταλαβαίνουν. Το κακό δεν έχει σταματήσει, μανούλα, κι εγώ φοβάμαι να κατέβω. Φοβάμαι πως θα γίνω πάλι το αγγελούδι που περσεύει  μες στις αμαρτίες. Όπως περσεύουν τόσοι τελικά, δεν είμαστε δα και λίγοι, μα γι’ αυτούς που φτιάχνουν τους πολέμους, ποτέ, ποτέ δε θα ‘μαστε αρκετοί.

»Δυο νύχτες μετά, ήρθε κι ανακάθισε δίπλα μου η κυρία με τα κόκκινα. Ελαφροπατούσε, οι γαλότσες της ούτε που ακούστηκαν στο πάτωμα. Στεναχωρέθηκα να σ’ αφήσω, αλλά μου ‘πε πως έτσι θα ν’ καλύτερα. Η γλύκα της μ’ έπεισε και σηκώθηκα. Πολλές φορές έκλαψες για μένα, δεν εννοούσα αυτό το βάρος, Παναγιά μου, δεν εννοούσα αυτό το βάρος, έλεγες, αλλ’ η κυρά χαμογελούσε.

«Για δες τώρα, δες», μου ‘πε μια μέρα, και μου έδειξε με το χέρι μακριά στον ορίζοντα, πάνω από το βουνό.

»Κι είδα τ’ αδέρφια μου αντάρτες στην Κερπινή, στη Βισοκά, να μη χάφτουνε τα μισόλογα για διαπραγμάτευση με τους κατακτητές. Εβδομήντα εφτά είχαν απομείνει και τους καθαρίσανε. Κι είδα που κείνο το Δεκέμβρη του ’43, εκτελέσανε τους άντρες του χωριού και τον άντρα σου μαζί, κι έτσι πάει ο γάντζος μανούλα, πάει, τέλειωσε τώρα. Κι είδα να φεύγει ο κατακτητής και φούσκωσα περήφανα για τα’ αδέρφια μου, κι ας την πληρώσανε αυτήν την περηφάνια ακριβά μετά, αν ήτανε να ξαναρθώ, κόκκινος σαν τα αδέρφια μου ήθελα να ‘μαι.

»Ήθελα να σ’ το πω, μην το ‘χεις βάρος. Ανθρώπινη η ευκή σου, μάνα, και περίεργη η δικαιοσύνη. Ούτε όπως θα ‘πρεπε, μήτε όπως θα ‘θελες να ‘ναι, μα όπως είναι οι δικαιοσύνες, βαριές, βγαλμένες απ’ το μπούχτισμα της ψυχής που δεν αντέχει άλλο.

»Ξέρεις, μάνα, χαλάλι μου, χαλάλι μου εμένα, εγώ  ‘θελα τη ζεστασιά απ’ το στήθος σου και να μπορώ να σ’ αγαπώ. Και τώρα, τώρα που σκέφτομαι ξανά την τρομερή σου την ευκή κι είδα την Ιστορία με τα μεγάλα μου τα μάτια, πιότερο ακόμα σ’ αγαπώ, έτσι που αδύναμη όταν λύγισες κείνο το πρωινό, λεβέντρα στάθηκες κι έβαλες στα πράματα μια τάξη.»

 

 

Copyright © 2017 Athina Zografaki “All rights reserved”

Δίχως Σχόλια

Αφήστε το σχόλιό σας.