Athina breathes. Loves. Writes.


Born in Patras in 1986
Finished her Bachelor Degree in Greek Philology in 2009 (University of Patras), followed by a Master Degree in Language Studies in 2010 (Lancaster University, U.K.)
Left her Ph.D. Degree after 5 years of study (University of Athens), for all the reasons of the world, grateful for the broad knowledge she gained throughout the process.
Has worked in the private sector as a copywriter, editor, and proofreader for 4 years (Athens, 2011-2015).

Υπουργείο Ευτυχίας (7)

Υπουργείο Ευτυχίας (7)

«Υπουργείο Ευτυχίας: Μετά το Μπουτάν, το… Ελλαδιστάν!»

Οι μεγάλες φωτογραφίες με τους παχυλούς τίτλους στα περίπτερα προσπαθούσαν να δείχνουν πως έχουν και σήμερα θέμα προς κατανάλωση, μόχλευση και χώνευση.

«Κύριε Βέλλιο, θα ήθελα να δείτε το αφιέρωμα που θα σας κάνουμε ως μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να δώσετε το προσωπικό σας στίγμα με ακόμα μεγαλύτερη σαφήνεια και να αφήσετε τον κόσμο να ταυτιστεί με το νέο σας χώρο… Επίσης, μην ξεχνάτε ότι είναι ένα πρωτοφανές εγχείρημα για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, το οποίο η νεοεκλεγείσα κυβέρνηση έκανε εν πολλοίς σημαία της, για να κερδίσει αβίαστα την εντολή διακυβέρνησης της χώρας», του είχε πει.

«Πραγματικά, η πρωτοβουλία της συνεργάτιδάς μου να έρθει σε επαφή μαζί σας είναι μια καλή συγκυρία, δεδομένου ότι σε λίγες μέρες θα γίνουν τα εγκαίνια του νέου μας χώρου», είχε απαντήσει εκείνος.

Του την έσπαγε να του λένε τι έπρεπε να θυμάται και τι να μην ξεχνάει. Σε λίγο θα του υπαγόρευαν και τι θα έπρεπε να μην θυμάται, αυτό ίσως να ήταν το επόμενό τους βήμα.

«Ένα αμφιλεγόμενο εγχείρημα σε καιρούς κρίσης…»

Τον είχε δει που κάτω από τα σφιγμένα χείλη έκρυβε και μιαν αιδώ, σαν να ‘τανε περίσσιος στον κόσμο και έπρεπε να του ζητήσει συγγνώμη που τον ενοχλούσε.

Την είχε δει που πείραζε νευρικά τις άκρες των μαλλιών της, κάθε που υπήρχε διαφωνία επί της αρχής ως προς το περιεχόμενο και τη στόχευση συγκεκριμένων ερωτήσεων.

Της άρεσε αρκετά. Και η προσπάθειά της να μην το δείξει ήτανε αμφίρροπη.
Δεν του άρεσε ακριβώς. Και δεν ένιωθε να προσπαθήσει ούτε προς τη συμπάθεια ούτε προς την αντιπάθεια.

Στο τέλος της συζήτησης, του έτεινε το χέρι, με την ελπίδα να κερδίσει την εμπιστοσύνη του. Χωρίς να το περιμένει, η ιδρωμένη του αφή της γέννησε ένα χαμόγελο, που ζάρωσε για λίγο τη συγκρατημένη της έκφραση.

Κι ενώ εκείνη παράτεινε τη χειραψία διεκδικώντας κάτι από το βλέμμα του, εκείνος κοίταξε φευγαλέα μια λευκή πεταλούδα στο παράθυρο και χαμογέλασε – με την ιδέα ότι θα πήγαινε να τη δει από κοντά, μόλις εκείνη θα έφευγε.

Εκείνη του χαμογέλασε τώρα πιο πλατιά, σίγουρη για το χώρο που φαινόταν να της παραχωρεί, και σε πλήρη άγνοια για την πεταλούδα στο πίσω παράθυρο.

«Αν και θα κάνω τα πάντα για να μην σας απασχολήσω περισσότερο, μπορεί να χρειαστεί να ξαναεπικοινωνήσω μαζί σας, μέχρι να ολοκληρωθεί το αφιέρωμα.»

«Αν χρειαστείτε οτιδήποτε επιπλέον, θα έχω δώσει σαφείς οδηγίες στην κυρία Μεϊδάνη. Σας ευχαριστώ.»

Χάρηκε που είχε τελειώσει. Ανακουφισμένος πήγε προς το παράθυρο. Την είδε να φεύγει αργά, κλείνοντας την πόρτα πίσω της. Λεπτές γραμμές, γερή κορμοστασιά, ίσια καστανά μαλλιά μέχρι τους ώμους, σταθερή φωνή.

Έμεινε μόνος. Το ζωντανό πετάριζε ακόμα τα λεπτά του φτερά χαϊδεύοντας τη σκόνη. Έγειρε το κεφάλι του από τη μια μεριά και άρχισε να κάνει νοητά σχήματα με το δάχτυλο στο τζάμι.

«Νομίζει πως μ’ έχει, πως μου αρέσει. Όπως νόμιζε κι η Έλλη κάποτε. Όπως όλοι νομίζουν όταν τους χαμογελώ με συγκατάβαση. Και όταν αλλάζω, κάνουν πως δε με αναγνωρίζουν και με κοιτούνε έκπληκτοι δήθεν. Σκατά, πεταλούδα. Σκατά κι απόσκατα.»

Η πεταλούδα μετατοπίστηκε για να αγγίξει από αντίπερα το δείκτη του. Εκείνος το εξέλαβε ως κατανόηση και συνομιλία. «Δεν μπορεί να μιλάω με μια πεταλούδα και να νομίζω ότι μ’ ακούει, πρέπει στ’ αλήθεια να τρελαίνομαι.»

«Ποια είσαι;» τη ρώτησε ψιθυρίζοντας, με το μύχιό του να περιμένει απάντηση. Το ζωντανό σηκώθηκε ξανά στον αέρα και άρχισε να στροβιλίζεται ελαφρά γύρω από το κέντρο βάρους του.

«Κι ενώ η ύφεση συνεχίζεται, ο υπουργός χτενίζεται!»

«Μα, κύριε Βέλλιο, σας προτείνω αυτές τις ερωτήσεις για να είναι σαφές στην κοινή γνώμη τι ρόλο ακριβώς θέλετε να δώσετε στο νέο σας υπουργείο…»

«Το ρόλο εκείνον που λείπει από τα υπόλοιπα», της είχε απαντήσει και του είχε φανεί απόλυτα φυσιολογικό. Εκείνη είχε συσπάσει τα φρύδια της αφύσικα.

Γιατί θα πρέπει σε έναν συμφερτό που πληρώνεται διαμέσου του λόγου για ιδιαίτερους λόγους, να εξηγήσει κανείς την ευτυχία ως αντικρουόμενο συμβάν στην κοινή λογική, την κοινή γνώμη, την κοινή ησυχία; Όταν οι συμπολίτες του τον είχαν ωθήσει οριακά μεν, επαρκώς δε στο βουλευτικό έδρανο, και στις περιοδείες του ακόμα, δεν τον είχαν ρωτήσει ποτέ για τι είδους ευτυχία τους μιλούσε, έμοιαζαν – οι περισσότεροι τουλάχιστον – να το καταλαβαίνουν.

Εκτός και αν του διέφευγε κάτι. Ποιων ακριβώς τις ανύπαρκτες ερωτήσεις δεχόταν να απαντάει κάθε τόσο, την ίδια στιγμή που ένας υπαρκτός Δημήτρης με την εξίσου υπαρκτή του Μαριλένα ένιωθαν ήδη ότι τους ένιωθε; Σ’ αυτούς γιατί δε χρειάστηκε ποτέ να εξηγήσει;

Η πεταλούδα ξανακάθισε στο τζάμι. «Ποια είσαι;» τη ρώτησε ξανά. Δε φάνηκε να ανταποκρίνεται. Ίσα – ίσα που κόντευε να ξεραθεί, ακίνητη μες στη λιακάδα της. Έκλεισε τα μάτια του μήπως κι άκουγε κάτι.

Μόλις τα άνοιξε, το ζωντανό είχε πετάξει.

«Συνδιαλέγομαι με το διάφανο τίποτα» παραδέχτηκε τέλος και κινήθηκε ξανά προς το γραφείο του. Οι ημερήσιες φυλλάδες ενημέρωσης που είχε απλώσει μπροστά του τον έριχναν σε ένα γκριζόμαυρο άγονο τοπίο. Ένιωθε τη γεύση της εφημερίδας στο στόμα του.

«Υπουργός ευτυχίας ή αστοχίας;»

Μάζεψε τις εφημερίδες μία – μία και τις πέταξε στο κουτί της ανακύκλωσης, για να εξαφανίσει όλους τους τίτλους που του στέγνωναν τα μάτια.

«Γιατί ακόμα πιστεύω ότι μπορώ να τα βάλω με όλους αυτούς;»

Σε κάποια άλλη μεριά της πόλης, στον ουρανοξύστη που συμβόλιζε την πιο ατυχή αρχιτεκτονική παρέμβαση επί πολεοδομικού σχεδίου της Επταετίας, στο κλειστό γραφείο με την αμμοβολή στο γυάλινο διαχωριστικό και τα μαύρα δερμάτινα καθίσματα, όταν το τηλέφωνο χτύπησε, η καρέκλα με την ψηλή βαθουλωτή πλάτη, άργησε να γυρίσει. Ο καπνός από το ηλεκτρονικό τσιγάρο συνέχισε να κινείται ανοδικά, χωρίς καμιά ένδειξη αντίδρασης. Ο ήχος επέμεινε κάμποσα δευτερόλεπτα, μέχρι που σταμάτησε.

«Δεν θα το σηκώσεις;»
«Φαντάζομαι πως θα πρέπει, Σπύρο. Πώς το έχετε προχωρήσει μέχρι στιγμής;»
«Έχουμε διοχετεύσει σε διάφορα ηλεκτρονικά μέσα και στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης υλικό από χώρες που έχουν αντίστοιχα υπουργεία και δομές και καταδεικνύουμε πόσο υποανάπτυκτα είναι αυτά τα έθνη που αρέσκονται να είναι ευτυχισμένοι μες στη βρόμα και τη δυσωδία, με πλάνα αρκούντως ραμμένα και πειστικά για την περίπτωση. Δείχνουμε, παραδείγματος χάρη, που δεν έχουν σουπερμάρκετ, γκούντις, πιτσαρίες, επιδείξεις μόδας, πανεπιστήμια, σχολεία, εταιρείες χρηματοοικονομικού ενδιαφέροντος, συστημικές τράπεζες και λοιπά και λοιπά, μη γίνομαι και κουραστικός.

»Χρησιμοποιήσαμε και αποσπάσματα από ένα παλιό ντοκιμαντέρ της δεκαετίας του ’90 για τη Μαριναλέδα, όπου ένας ομιλητής τονίζει πόσο σημαντικό είναι να υπάρχει ανταγωνισμός για να αποζητά ο άνθρωπος το κάτιτις παραπάνω – έτσι ακριβώς το έθετε και μας άρεσε – και πως αν ο άνθρωπος τα έχει όλα και είναι ευτυχισμένος, δεν μπορεί να σημειώσει πρόοδο και ανάπτυξη. Ξέρεις, ο καρπός για να βγάλει λάδι πρέπει να τον συνθλίψεις, πενία τέχνας κατεργάζεται, αγώνας, αγώνας, αγώνας και πάλι αγώνας, τι θα γίνει μια κοινωνία χωρίς να παλεύει, να αγωνίζεται, να ματώνει για τα κεκτημένα της; – αυτό το προωθήσαμε πιο πολύ στα κανάλια του λεγόμενου κέντρου, αλλά και κάμποσες κομμουνιστικές φυλλάδες το υιοθέτησαν και το αναπαράγουν από μόνες τους, χωρίς καν εμείς να κουνήσουμε το δαχτυλάκι μας… Τέλος, στη φέις του φέις συνέντευξη που οργανώνουμε να γίνει στο χώρο του νέου υπουργείου εν είδει παρουσίασης, η Τέση μας τα έχει αναλάβει όλα, μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια.»

«Ωραία. Όμως δεν αρκούν αυτά.»

Ο άλλος τον κοίταξε σαστισμένος.

«Μα, πώς;! Απ’ άκρη σ’ άκρη του ‘χουμε δέσει τ’ όνειρο, και όπως δεν έχει πρότερη εμπειρία σε υπουργικό θώκο, θα κάνουμε αυτό του το άκαυτο που προκαλεί τη συμπάθεια να φαίνεται ανηξεροσύνη και αποκοτιά στον κόσμο που τον εμπιστεύτηκε! Πώς μου λες πως αυτό δεν αρκεί; Μήπως υπερβάλλεις λίγο, Κέρτις;»

«Πιστεύεις πως αν αρκούσαν όλα αυτά, θα ήμουνα πάνω από ένα τηλέφωνο, παριστάνοντας ότι κάνω υπομονή. Εξακολουθείς να το πιστεύεις.»

«Αυτό που εγώ πιστεύω είναι πως δεν θα έπρεπε να ανησυχείς τόσο. Τι θα μπορούσε να σου κάνει πια;»

«Αυτή; Αυτός; Ποιος από όλους.»

«Αυτός. Για την περίπτωσή του δεν με κάλεσες να έρθω; Όσο για αυτή… τι να πω, και αυτό παράλογο το βρίσκω.»

«Α. Πόσο σε ξεγελούν τα φαινόμενα, αγαπητέ Σπύρο. Νομίζεις πως αυτός και αυτή είναι δύο ξεχωριστές περιπτώσεις. Πώς αν τελειώνουμε με αυτόν, μετά θα έχουμε απλώς να ασχοληθούμε με αυτή. Αντιλαμβάνεσαι ως σειριακά δύο γεγονότα ή συμβάντα -πες το όπως θες- που όμως δεν είναι.»

«Μα για όνομα, Κέρτις, ένας ονειροπόλος που κάνει εγκαίνια την επόμενη Κυριακή και μια weirdo, έγκλειστη σε ίδρυμα Προηγμένων Συστημάτων Τεχνολογίας και Νευρωνικής Διακυβέρνησης, της οποίας είσαι ο ιδρυτής και χρηματοδότης. Τι πιθανότητες έχουν; Αυτή, ας πούμε, ειλικρινά, τι πιθανότητες έχει απέναντί σου; Μη βλέπεις απειλές που δεν υπάρχουν…»

«Μιλάς χωρίς να ξέρεις. Πάντα ένα πλάσμα σαν και αυτό μπορεί να κάνει το οτιδήποτε στον κόσμο μας.»

«Λογικά, έπρεπε να είναι εντελώς κατασταλμένη μετά από την επίμονη φαρμακευτική αγωγή που της έχει γίνει, αλλά και τον πανοπτικό της εγκλεισμό. Η ασθένειά της, θέλω να πω…»

«Δεν είναι ασθένεια αυτό που έχει. Είναι δώρο που έχει από γεννησιμιού της. Για λίγο μόνο κοιμάται μέσα της και μετά ξυπνάει. Πάλι και πάλι. Άλλοι πληρώνουν γι’ αυτό, άλλοι προσποιούνται πως το διαθέτουν, άλλοι δοκιμάζουν ουσίες ή εξαγοράζουν για να το έχουν, και αυτής της το έδωσε η φύση έτσι. Η φύση, Σπύρο, δεν προσέχει που δίνει τι, προσδοκά μόνο το μέγιστο δυνατό αποτέλεσμα και στο δικό της σώμα, στους δικούς της νευρώνες, η φύση, βρήκε αυτό που έψαχνε.»

«Νομίζω παραλογίζεσαι, αλήθεια τώρα. Το παρατραβάς. Καμιά φορά το ίδιο νιώθω και με τον τυπάκο αυτό, το Βέλλιο, που σου μπήκε στο μάτι για κάτι τόσο… πώς να το πω, απλό και ανόητο. Απορώ γιατί ασχολείσαι τόσο προσωπικά.»

«Καθόλου δεν παραλογίζομαι. Όλοι οι παραπάνω, οι δήθεν που προσέρχονται και οικειοθελώς σε διαγωνισμούς και show επίδειξης ικανοτήτων για να αποκομίσουν κάτι, εξαγοράζονται. Οι κυβερνήσεις με τις οποίες συνεργάζομαι και οι αρχές στις οποίες παραχωρώ τα δεδομένα που μου ζητούν -ή και που δε μου ζητούν ενίοτε-, όλοι αυτοί εξαγοράζονται. Είναι πρόθυμοι. Με βρίζουν από μέσα τους και το ξέρω, και το ξέρουν ότι το ξέρω και όταν τους πληρώνω, νιώθουν ευγνωμοσύνη που δεν τους έχω εξαφανίσει- ας μου επιτραπεί να πω- ακόμα. Τίποτα δεν μου είναι όλοι αυτοί, αλήθεια, Σπύρο.»

Ο εκδότης είχε κολλήσει πίσω στη δική του καρέκλα και άκουγε με ρίγη σερνάμενης μεταλλικής λάμας σε δέρμα, αυτό που ξεδιπλωνόταν σε μισάνθρωπο μανιφέστο. Άρχισε να σκύβει το κεφάλι και να κοιτάει το πάτωμα, πάει καιρός που δεν τον έπαιρνε πια να μετανιώνει, ούτε να κοιτάζει πίσω, μόνο να καταπίνει αργά, παίρνοντας βαθιές αναπνοές. Δεν προσέχεις, παιδί μου. Θα σε καταστρέψει αυτός, τι σου τα δίνει τόσα δάνεια; έφερνε συχνά στο νου του τα λόγια της συγχωρεμένης της μάνας του.

«Κι εσύ ακόμα, εξαγοράζεσαι, μην ξεγελιέσαι και προπάντων, μην κάνεις πως δεν με ακούς… Βαθιά μέσα σου – είμαι βέβαιος πως το νιώθεις, ω ναι, πόσο, μα πόσο βέβαιος –  νιώθεις ένα κράμα απελπισίας και αλλόκοτης ευγνωμοσύνης που είμαι και είσαι ακόμα εδώ. Θα πω είμαστε για μιαν επίφαση ομαδικότητας και συνεργασίας. Φοβάσαι να πεθάνεις, να μην υπάρχεις, να σβήσεις. Ενώ αυτοί οι δύο φαινομενικά άσχετοι τύποι ανθρώπων, δεν το σκέφτονται καν: Το έχουν αποδεχτεί και δεν τους νοιάζει, κατά βάση. Γίνανε σχετικοί μέσω της ασχετοσύνης τους. Και το εγκόσμιο πεδίο ξέρει να αναγνωρίζει συνάφειες, σε όποια χιλιομετρική απόσταση και αν εκδηλώνονται.»

«Κέρτις, θα σε ρωτήσω ανοιχτά ένα πράγμα, σε μιαν επίφαση διαλόγου κι εγώ, αφού όπως λες με αφήνεις: Αν έχετε καταφέρει να διεισδύσετε σχεδόν σε όλες τις σκεπτομορφές της και να τις εγκλωβίσετε σε νευρωνικές τράπεζες δεδομένων, με αποτέλεσμα να είναι υποχρεωμένη στο πλαίσιο του προγράμματος στο Ινστιτούτο, να προβάλει πλέον μόνο ό, τι ενδιαφέρει τον κόσμο μας, όπως σου αρέσει να τον λες, ποιο είναι ακριβώς το πρόβλημα;»

«Το ότι έχει επιδείξει μεγάλη διανοητική αντοχή, ακριβώς επειδή πρόκειται για έμφυτη ικανότητα, και όχι για γενετική ανωμαλία ή διαταραχή. Ποτέ δεν μπορέσαμε να ελέγξουμε πλήρως τις σκεπτομορφές που δημιουργεί. Παρατηρήσαμε μάλιστα ότι, για κάθε καταστροφικό σενάριο που αναγκαζόταν να εκδηλώσει κάτω από τη δική μας πίεση, άρχισε να προβάλει το αντίθετο, ευεργετικό σενάριο, κατά τη διάρκεια αυτού που εμείς αποκαλούμε ύπνο.»

«Πραγματικά εκπληκτικό…Έχετε βρει ποια είναι η πηγή που της δίνει τόση αντοχή;»

«Αυτό δεν το έχουμε εξακριβώσει. Μάλιστα, προσαρμογή στην προσαρμογή, βρήκε τον τρόπο να μεταφέρει το φάσμα της εξ αποστάσεως μέσω της μάζας που βρίσκεται γύρω της. Πριν μία βδομάδα περίπου δοκίμασε με κάτι μικρό, με κάτι λαστιχάκια για τα μαλλιά. Περιμένω από ώρα σε ώρα να με πάρουν να μου πουν σχετικά με αυτό.»

«Μεταφέρει το φάσμα της μέσω της ύλης;»

«Όχι. Μέσω της μάζας, έχει διαφορά. Όλα είναι ύλη, δεν υπάρχει κάτι που να είναι άυλο, σύμφωνα με τη σύγχρονη φυσική.»

«Έχεις σκεφτεί ποτέ ότι κάποια στιγμή, θα κληθείς να έρθεις αντιμέτωπος μαζί της;»

«Νιώθω να έχω γεννηθεί αντιμέτωπος μαζί της. Ό, τι με ξεβολεύει κι ό, τι θαυμάζω γίνονται πάνω της ένα, κι όμως, αν την καταστρέψω, δεν ξέρω τι θα γίνει ο κόσμος.»

«Πότε σε έπιασε ο πόνος για τον κοσμάκη, Κέρτις;»

«Τον δικό μας κόσμο, εννοώ.»

«Α. Κι αν την άφηνες να πιστεύει ότι είναι πλέον ελεύθερη; Μπορεί με αυτόν τον τρόπο να ανακάλυπτες την πηγή της.»

«Μπορεί να διακρίνει τις προσποιήσεις, πλέον.»

Το τηλέφωνο άρχισε πάλι να χτυπά επίμονα.

«Παρακαλώ» απάντησε η φωνή του ακίνητου ανθρώπινου όγκου βαριά. Άνοιξε τα μάτια του διάπλατα, κρατώντας τον καπνό που άτμιζε στην ανάσα του. Κοίταξε το συνομιλητή του με σιωπηλές λεπίδες οργής.

Ο άλλος γούβαξε μέσα στην καρέκλα του.

«Τελειώσαμε για σήμερα, Σπύρο. Σχετικά με το Υπουργείο Ευτυχίας έχω δώσει απευθείας κατευθυντήριες στο δημοσιογραφικό σου κοριτσάκι, την οργάνωση της παρουσίασης θα τη στείλει απευθείας σε μένα.»

«Η Τέση είναι από τις πιο οξυδερκείς και δυνατές πένες του οργανισμού μας, απ’ τις καλύτερες της γενιάς της…» συμπλήρωσε κάπως ενοχλημένος που ξαφνικά τον έβγαζε από τη μέση.

«Και φιλόδοξη και φοβισμένη. Αναμενόμενη θα τη χαρακτήριζα εγώ.»

«Ναι, αλλά αυτό δε χρειαζόμαστε στη συγκεκριμένη περίπτωση;»

«Έχουμε τελειώσει εδώ και ώρα. Φεύγεις όπως είσαι.»

«Και να που, Κέρτις Ντένβερο, τελικά, σπας κι εσύ. Η παντοδυναμία σου έχει μια παρανυχίδα. Σε πονάει, μα δεν τολμάς και να τη βγάλεις. Νοιάζεσαι κι εσύ, όπως κι εγώ, όπως κι οι περισσότεροι, να μην πάψεις να υπάρχεις, να μην αναπνέεις, να μη ζεις εδώ. Στον κόσμο που τον δημιούργησες για να ‘σαι ο θεός του.»

Ο Σπύρος Βιτωράτος είχε κάνει σιωπηλά με το νου τη συνειδητοποίηση εκείνη που, έπειτα από μια πρόσκαιρη ικανοποίηση, θα τον έκανε στ’ αλήθεια να ανησυχήσει: Όταν ο Κέρτις ένιωθε τρωτός, γινόταν και επικίνδυνος γι’ αυτούς που το γνώριζαν. Κι εκείνος ήδη γνώριζε πολλά.

 

 

Copyright © 2018. Athina Zografaki, All rights reserved.

Δίχως Σχόλια

Αφήστε το σχόλιό σας.