About Athina


- Born in Patras in 1986
- Finished her Bachelor Degree in Greek Philology in 2009 (University of Patras), followed by a Master Degree in Language Studies in 2010 (Lancaster University, U.K.)
- Left her Ph.D. Degree after 5 years of study (University of Athens), for all the reasons of the world, grateful for the broad knowledge she gained throughout the process.
- Worked in the private sector as a creative writer, editor, and proofreader for 4 years (Athens, 2011-2015) but then, again, she changed her mind.

She reads and writes a lot. Really. In fact, that’s the only thing she has never stopped doing since she was a child.
Her personal literary efforts constitute a whole parallel universe where she experiments, transforms and transmutes whatever makes her feel provoked.
She always works in the energetic sphere of her eternal beloved, who accompanies her from life to life, from plane to plane, from one path to another.
But eventually, she had to overcome it and learn to live “without”.
Now she’ s free, she can wholeheartedly continue with her exploration.

“To begin with an A,
To finish with it,
With no circle having being made
But a whirlwind.”

Δημήτρης Γκιούλος: “Αποκαθήλωση των ιερών τεράτων γιατί χάνεται κάθε τι ιερό και μένει το τέρας…”*

gkioul

Δημήτρης Γκιούλος: “Αποκαθήλωση των ιερών τεράτων γιατί χάνεται κάθε τι ιερό και μένει το τέρας…”*

Ο Εργάτης της 11ης Ώρας μιλά με το Δημήτρη Γκιούλο για τη λογοτεχνία, τη μετάφραση και την προσωπική του στάση απέναντι στα πράγματα. Έχει εκδώσει τρεις συλλογές διηγημάτων από το 2011, ενώ το Δεκέμβρη του 2016, κυκλοφόρησε ο ποιητικός του διάλογος Αντάρτικο² με τον Κωνσταντίνο Παπαπρίλη-Πανάτσα.  Αυτοπροσδιορίζεται ως προλετάριος του 21ου αιώνα και ταυτίζει τη χρονολογία γέννησής του με το 1984 του Όργουελ. Για να δούμε…

Προλεταριάτο του 21ου αιώνα και «1984» του Όργουελ. Ποια είναι τα σημεία επαφής σου με αυτές τις πραγματικότητες και πού πιστεύεις ότι αποκλίνεις από αυτές;

Το ένα είναι ανεξάρτητο από το άλλο. Οι προλετάριοι του 21ου αιώνα είναι υπερ-καταρτισμένοι, άνεργοι, κακοπληρωμένοι ή μετανάστες. Σίγουρα σε μια πραγματικότητα που μοιάζει με δυστοπία, όχι σαν κι αυτή του Όργουελ, αλλά το ίδιο σκοτεινή.

Ασκείσαι και δημοσιεύεις σε δύο διαφορετικά λογοτεχνικά είδη, την ποίηση και το διήγημα, από το 2011. Πώς τα αντιμετωπίζεις; Τι νιώθεις να «παίρνεις» από το καθένα ως δημιουργός, τι νιώθεις να «προσφέρεις» από το καθένα στους αναγνώστες σου;

Στο διήγημα έχω τη δυνατότητα να φτιάξω καταστάσεις-σενάρια μικρού μήκους που βγαίνουν από την γραμμή παραγωγής που έχω στο κεφάλι μου. Η ποίηση, μου μαθαίνει την συμπύκνωση, που είναι πολύ χρήσιμη στη γραφή αλλά και στη ζωή. Αυτό ελπίζω πως βγαίνει και στους αναγνώστες. Το σημαντικό είναι, αυτό που κάνω / κάνουμε να πηγαίνει παραπέρα. Η μελοποίηση του «Αντάρτικου²», οι προτάσεις να γίνει θεατρικό, η μίξη των τεχνών και των πραγμάτων που έχουμε στο κεφάλι μας, αυτό είναι το σπουδαίο. Να συναντηθούμε, να πούμε την ιστορία της γενιάς μας.

Εκτός από την συγγραφή και την κριτική, ασχολείσαι και με τη μετάφραση, μια διαφοροποιημένη διεργασία λογοτεχνικού κειμένου. Πώς το χειρίζεσαι και ποιες οι προκλήσεις που αντιμετωπίζεις;

Τη μετάφραση τη σπούδασα. Ξεκίνησε προ μερικών ετών με την συνεργασία μου με το BIRN, και συνεχίζεται κυρίως με λογοτεχνικά κείμενα τα οποία και με ενδιαφέρουν περισσότερο. Εννοώ, πως είναι πολύ σπουδαίο πράγμα να προσπαθήσεις να χωρέσεις στα παπούτσια του άλλου, ώστε να μεταφέρεις αυτό που έγραψε στη δικιά σου γλώσσα, στην δικιά σου εποχή,  στη δικιά σου πραγματικότητα εν τέλει σεβόμενος τον μόχθο του, την κάθε του λέξη, την κάθε του παύση. Είναι σχεδόν μαγικό.

Συχνά, παίρνω από τη γραφή σου μια αίσθηση «πικρού γέλιου απομάγευσης» και «ματαιωμένης επανάστασης». Υπήρξαν γενιές ανθρώπων πριν από εμάς που πίστεψαν ότι η «διαβασμένη/εκπαιδευμένη κοινωνία» δε θα επαναλάμβανε τα ίδια ιστορικά λάθη. Και βγήκαμε στο 2018…

Ξέρω κι εγώ, ίσως γιατί δεν υπάρχει καμιά διαβασμένη κοινωνία στην πραγματικότητα, ούτε κυριολεκτικά, ούτε μεταφορικά. Αν υπήρχε, δε θα νεκρανασταίνονταν ο φασισμός, δε θα υπήρχε πόλεμος, σύνορα, ξενοφοβία, δε θα προσκυνούσαμε κουρέλια και δε θα πιστεύαμε παραμύθια.

Αναφορικά με την αγωνιστική μας παράδοση, τι πιστεύεις ότι μπορούμε να α) κρατήσουμε, β) να αναπτύξουμε γ) να αποκαθηλώσουμε οριστικά; Πώς θα μπορούσε η λογοτεχνία που παράγουμε να στρατευτεί προς μία τέτοια κατεύθυνση;

Πρέπει να κρατήσουμε μοναχά τη λάμψη στα μάτια των παιδιών. Τους νεκρούς μας, την ιστορία όπως την έγραψαν οι ελάχιστοι του κόσμου. Κι από κει να ξεκινάν οι ρίζες μας, να γίνουν δέντρο. Κι επιτέλους να τελειώσουμε με όλους εκείνους που για επανάσταση μιλάγαν και λιώσαν σόλες να μπαινοβγαίνουν στα γραφεία κομμάτων και να εξαγοράζουν με θεσούλες τους «αγώνες» τους. Αποκαθήλωση των ιερών τεράτων γιατί χάνεται κάθε τι ιερό και μένει το τέρας.

Σε ποιο από τα σκηνικά/σενάρια που έχεις δημιουργήσει για τους ήρωές σου κατά καιρούς, θα «μετακόμιζες» για πάντα, χωρίς τη δυνατότητα επιστροφής στο «εδώ και τώρα»;

Πουθενά, δεν έχω φτιάξει κάποιον Παράδεισο. Μιλώ για το εδώ και τώρα, είτε ευθέως, είτε ποιητικά, είτε με τη μορφή παρωδίας, άρα το ζήτημα είναι να αλλάξεις το τώρα. Εδώ.

Άλλο κινητήριο θέμα στα έργα σου, ο έρωτας, ως απόλυτη ένωση με τον Άλλο, ως προδοσία, ως προσμονή, ως χαρά και ως πόνος. Τι βλέπεις ως τάση στο ελληνικό ενήλικο αναγνωστικό κοινό, βιώνουμε τον έρωτα ή περιμένουμε εναγωνίως να τον «διαβάσουμε»;

Καταναλώνουμε τον έρωτα μάλλον. Δεν τον ζούμε. Είναι πιο εύκολο να το κατανοήσεις αν βάλεις στην εξίσωση και τα κοινωνικά δίκτυα, τη δύναμη της εικόνας, την απώλεια βάθους. Κι όταν κάτι το καταναλώνεις, δεν το τροφοδοτείς, κάποια στιγμή σβήνει, τελειώνει.

Στο σύγχρονο λογοτεχνικό τοπίο, κάποιοι μιλούν για άμβλυνση του αναγνωστικού κριτηρίου, κάποιοι άλλοι για μεγαλύτερο εύρος επιλογών και παραγωγή περισσότερων τίτλων/έργων. Η δική σου οπτική;

Έχει μεγαλώσει η εγχώρια παραγωγή, κάπως και σαν μόδα, ενώ έχουν μειωθεί οι μεταφράσεις μιας και το κόστος είναι μεγάλο. Πάνω κάτω ο αριθμός των τίτλων είναι πάνω κάτω ίδιος, αλλά συνολικά, νομίζω πως διαβάζουμε λιγότερο.

Η πόλη μας, η Πάτρα, πολιτιστικά, στο σήμερα. Ποια εικόνα σού δημιουργείται;

Είναι κάπως παρατημένη η Πάτρα, πλήρωσε πολύ ακριβά και την ιστορία με την «Πολιτιστική Πρωτεύουσα την Ευρώπης», είναι και η κρίση, ε, δεν είναι πως ζούμε και σε καιρούς που ανθεί γενικά ο πολιτισμός για να έχουμε ψηλά τον πήχη. Γίνονται πράγματα όμως, κυρίως από μοναχικούς Δον Κιχώτες που ποτέ δε θα συμβιβαστούν. Το θέμα είναι να υπάρξει κάπου, κάπως, μια συνέπεια και μια συνέχεια.

Δηλαδή, τι πιστεύεις ότι έγινε με το θεσμό της πολιτιστικής πρωτεύουσας και πώς ακριβώς κόστισε ακριβά σε μια πόλη που ακόμα είχε πολιτιστικές επιλογές και δυνατότητες, χωρίς να έχει εκδηλωθεί η σημερινή ανέχεια και μείωση του βιοτικού της επιπέδου;

Πολλά έγιναν που δεν έπρεπε να γίνουν και πολλά που έπρεπε, δεν έγιναν. Χάθηκε θαρρώ μια ευκαιρία, να είναι η Πάτρα ένας κόμβος πολιτισμού, να δημιουργηθεί μια βάση, μια μαγιά.

Τι είδους κινήσεις και εγχειρήματα έχεις συναντήσει σε άλλες πόλεις που έχεις βρεθεί που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν και εδώ, ώστε να έχουμε αυτή τη συνέπεια και τη συνέχεια που λείπει;

Εντάξει, στην Αθήνα ή στη Θεσσαλονίκη συμβαίνει συνέχεια κάτι. Εδώ, πολλές φορές, νιώθεις πως τίποτα δε γίνεται και δεν είναι προσωπική μου άποψη, μα μια πιο γενική εντύπωση που αποκομίζω από το περιβάλλον μου.

Διαβάζεις κάτι αυτόν τον καιρό που σε έχει γοητεύσει και αν ναι, για ποιους λόγους θα το πρότεινες αναγνωστικά;

Διαβάζω πολλά πράγματα, αλλά περιμένω την επανέκδοση του «Κουτσού» του Κορτασάρ, γιατί πάντα ήταν κάτι που ήθελα να διαβάσω και τόσα χρόνια ήταν εξαντλημένο.

Για κάποιον που δεν έχει καμία επαφή με το έργο του Χούλιο Κορτάσαρ (η υποφαινόμενη, ας πούμε) από πού θα του έλεγες να ξεκινήσει; Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά του έργου του;

Χμ, το πεδίο του είναι η σύντομη φόρμα, το διήγημα κι επίσης έχει γράψει και ποιήματα. Γενικά, όλοι οι λατινοαμερικάνοι που γνώρισαν τις κοινωνικές αλλαγές και στα δυο άκρα τους, από τις επαναστάσεις ως τις χούντες των Αμερικανών, γοητεύτηκαν από την εποχή και δεν μπορούν παρά να γοητεύσουν.  Το «Κουτσό» θεωρείται το κορυφαίο έργο του κι ένα από τα κορυφαία έργα της λογοτεχνίας. Άρχισε λοιπόν με «Κουτσό».

Ωραία…Υπάρχει κάτι καινούριο να αναμένουμε κάτι από εσένα το προσεχές διάστημα;

Δεν σταματάω να γράφω, οπότε ναι, όλο και κάτι να περιμένετε.

Ναι, αλλά το ότι κάποιος γράφει συνέχεια, δε σημαίνει ότι βρίσκεται αυτόματα και σε θέση συγγραφικής ωρίμανσης. Εσύ, πότε καταλαβαίνεις ότι όντως έχεις ολοκληρώσει κάποιο σου έργο και είναι ώρα να το «απελευθερώσεις»;

Είναι σαν γέννα. Το καταλαβαίνεις απ’ τα αίματα κι αν υπάρχει και κλάμα, τότε είναι κι ευτυχής γέννα.

 

 


*Ο Δημήτρης Γκιούλος γεννήθηκε πρόωρα το καλοκαίρι του Όργουελ, μεγάλωσε στην Άμφισσα και ζει στην Πάτρα όπου και δεν τελείωσε το μαθηματικό. Σπούδασε μετάφραση την οποία και ασκεί. Έχει εκδώσει τρεις συλλογές διηγημάτων: Το «Δι’ άρλεκιν πάροντι και άλλες καταστάσεις…» (2011), το «Δώδεκα καρέ» (2012) και «Ο τροχός της τύχης» (2015) από τις εκδόσεις Χαραμάδα και από τις εκδόσεις Ο κήπος με τις λέξεις, ενώ το Δεκέμβρη του 2016, κυκλοφόρησε ο ποιητικός του διάλογος Αντάρτικο² με τον Κωνσταντίνο Παπαπρίλη-Πανάτσα.  Έχει μεταφραστεί στα αγγλικά και στα σέρβικα, ενώ αποσπάσματα από το Αντάρτικο² του, έχουν μελοποιηθεί.

Ποιήματά του θα βρείτε στους εξής ιστοτόπους:

https://tokoskino.me/

https://teflon.wordpress.com/

http://mandragoras-magazine.gr/

http://y.youropia.gr

 

Δίχως Σχόλια

Αφήστε το σχόλιό σας.