Athina breathes. Loves. Writes.


Born in Patras in 1986
Finished her Bachelor Degree in Greek Philology in 2009 (University of Patras), followed by a Master Degree in Language Studies in 2010 (Lancaster University, U.K.)
Left her Ph.D. Degree after 5 years of study (University of Athens), for all the reasons of the world, grateful for the broad knowledge she gained throughout the process.
Has worked in the private sector as a copywriter, editor, and proofreader for 4 years (Athens, 2011-2015).

Το πατημένο γαρίφαλο*

Γερανιώτης Δημήτριος, 1905, Κοπέλα σε αγρό

Το πατημένο γαρίφαλο*

Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ, που ακόμα πράξη δε σε κάναμε, να πάρεις μορφή, σάρκα και οστά, να μπορεί σύγκορμα να σε καταλαβαίνει της γης ο κάθε αδικημένος μέσα στο πετσί του και που μόνο να σε περιμένει ξέρει, κι όλο να σε ελπίζει και να σε παλεύει και να σε καρτερά και να κοιτάει, κι όλο ν’ ανασηκώνει το κουρτινάκι του να δει απ’ το παράθυρο αν ήρθες-

Και μυρσίνη εσύ δοξαστική, της κερδισμένης επάξια αλλά και της κλεμμένης δόξας, ανάλογη της εποχής, της μετάπτωσης του άξονα της γης και της εκάστοτε κυβέρνησης, του πετρελαίου, του φυσικού αερίου, του ευρώ, της φωτιάς και του σίδερου, μυρσίνη εσύ, που αρωματίζεις πάνω από τα πτώματα των δικών μας αλλά και των άλλων – πάντως να σημειωθεί πως όλων των ανθρώπων τα πτώματα το ίδιο βρομάνε απ’ άκρη σ’ άκρη στον πλανήτη, θέλω να πω, δε βρομάνε καλύτερα τα πτώματα ενός έθνους σε σχέση με ένα άλλο-

Μη, παρακαλώ σας, μη λησμονάτε τη χώρα μου, τέτοια που είναι και σας ξεχνάει, σε εποχές που οι ίστορες θα πρέπει να σωπαίνουν, όταν αυτά που λένε δε βολεύουν για να στρωθεί το έδαφος ενός ακόμη διαχωρισμού, μιας ακόμα συμφοράς, και μόνο οι ξέφρενοι κι απάνθρωποι αλαλαγμοί θα πρέπει τώρα να ακούγονται νομιμοποιημένοι, αυτοί είναι που έχουν χορηγούς, αυτοί είναι που ορίζουν τώρα τις αξίες συναλλαγής, ανταλλαγής και κεφαλαιακής επάρκειας, όμως, για όνομα της γης, του θεού, και των εγκάθετων στη δημιουργία του συνόρων, μη τους ακούτε όλους αυτούς, μην τους ξεσυνερίζεστε, δεν ξέρουνε τι ακριβώς κάνουν. Μα, πάλι, ίσως δεν ξέρουν. Γιατί, αν ξέρουν…

Αετόμορφα τα έχει τα ψηλά βουνά, ναι, και τα βουνά του Γράμμου εννοώ, και του Ολύμπου και της Γκιώνας και άλλα πολλά από τα τόσα που έχουμε και έκρυβαν στις σπηλιές τους και στην πυκνή υγρασία των δασών τους αυτούς που αγωνίζονταν να φύγει ο κατακτητής, τώρα που μαζευτήκαμε όλοι στις πόλεις να δούμε τι θα κάνουμε, που ο εκσυγχρονισμός της ασφάλτου και των διαμερισμάτων-κουτιών δε μας αφήνουν παράπλευρο μονοπάτι να διαβούμε, κι ούτε δική μας ελεύθερη πάροδο ν’ ανοίξουμε, εφόσον δεν ανήκει στο πολεοδομικό σχέδιο και δεν προβλέπεται στον κρατικό προϋπολογισμό, ούτε και χορηγείται από κανένα ίδρυμα-

Στα ηφαίστεια κλίματα σειρά και τα σπίτια πιο λευκά, στου γλαυκού το γειτόνεμα, αλλά ας μην τα παίρνουμε όλα και πολύ σοβαρά, άνοιξη έρχεται, Μάης, Ιούνιος μετά κι Ιούλιος και Αύγουστος και εκεί, στις παραλίες που λαμβάνει χώρα του γλαυκού το γειτόνεμα, θα ξεφτιλίζονται τ’ αλαφροΐσκιωτα και θ’ απλώνουνε τ’ ανήλιαγα κορμιά τους και θα ξερνάνε και θα πετάνε τα χρησιμοποιημένα τους προφυλακτικά κι εμείς θα ψάχνουμε μια ησυχία, έναν ίσκιο, μια πέτρα να σταθούμε κάτω απ’ τον ήλιο των τουριστικών φυλλαδίων -moussaka, souvlaki- και θα τους γνέφουμε με κατανόηση, τι κι αν πνίγονται τα ζωντανά του τόπου, αφού ακουμπάνε τα ωραία τους λεφτά, έχει πουληθεί προ πολλού του γλαυκού το γειτόνεμα, για να μην αναφερθούμε στις πλατφόρμες πετρελαίου.

Τα πικρά μου χέρια, αυτά που χρησιμοποιώ για έργα καλά, ενίοτε, μα πιο πολύ για να ψηφίζω και να περιμένω, κι έπειτα να θυμώνω και να ξεσπάω, αφού προ πολλού τα απογύμνωσα από την αγάπη κι ερωτικά αρνήθηκα να ζω, να τρώω, να πίνω, να χορεύω και να κοιμάμαι, με τον κεραυνό του θυμού μου και της απόγνωσης και του μίσους για τον άλλο -που είναι ακριβώς όπως εγώ- τα γέμισα, τους είπα, κεραυνούς θα κρατάτε από εδώ και πέρα, κεραυνούς θα πετάτε, έτσι θα πάνε τα πράγματα μπροστά, ή εγώ ή αυτοί, με κεραυνούς θα χαϊδεύετε τα μαλακά μαλλάκια των παιδιών σας, κεραυνούς θα σπέρνετε στη δουλειά, στο δρόμο, κεραυνούς θα θερίζετε, κεραυνούς που θα σας κάνουνε θεούς για μια στιγμή κι έπειτα θα σας τσακίζουν, για να καταλάβετε, χέρια μου πικρά, γδικιωτικά, στο τέλος, πως μείνατε πιο άδεια κι απ’ το να μην κρατούσατε τίποτα-

Τα γυρίζω πίσω απ’ τον καιρό, τα χέρια μου, και προσπαθώ να προλάβω το κακό, να πάω εκεί που ξεκίνησαν όλα και να πω, με όλη την ευθύνη που μπορώ να σηκώσω, ‘μπορώ να επιλέξω αλλιώς!’, δε σκέφτηκα ήλιε, συγχώρα με, δικαιοσύνη, που σε είδα γυμνή κι απλή να στέκεσαι μπροστά μου και μου φάνηκες φτωχιά, σε ήθελα σύνθετη και μ’ ακριβά φορέματα, έτσι με βόλευες να σε φαντάζομαι, εμένα, του κεραυνοβόλου ανθρώπου, κι έτσι σε γύρεψα στον κόσμο, σύνθετη και τυφλωμένη, ενώ εσύ, κοιτούσες κατάματα τον ήλιο και ντυνόσουνα από κείνον.

Τους παλιούς μου φίλους καλώ, μόνο που δεν ξέρω πια τι να τους πω, ή μάλλον τι να τους γράψω στο φέισμπουκ, τίποτα δεν αρκεί, οι καιροί προχωράνε κατρακυλώντας κι όχι ανεβαίνοντας, τα λόγια μου σώνονται, κι η σιωπή που απομένει γεμίζει με φοβέρες και μ’ αίματα, των προγόνων μου, που σαν φάσματα έρχονται και με προειδοποιούν γι’ αυτά που έρχονται κι ανήμπορη εγώ προσπαθώ να εξηγήσω το πώς και το γιατί, σε κάθε έναν που με βλέπει εχθρό, επειδή διαλέγει να είναι ‘περήφανος’. Και είναι τόσο, μα τόσο δύσκολο τελικά να κατακτήσουμε το να είμαστε άνθρωποι πρώτα απ’ όλα, που μένουμε με τους επιθετικούς μας προσδιορισμούς. Αλλά και των συγχρόνων μου οι φοβέρες και τα αίματα με τρομάζουν όταν γίνονται άσκεφτες φωνές, όχι του οργασμού, ούτε της ανακάλυψης και της χαράς, αλλά του διωγμού, της άρνησης, της ισοπέδωσης και της ανελευθερίας.

Γι’ αυτό, της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ, αν τα πράγματα έχουν έτσι, μη μας αφήνεις την πιο δύσκολη ώρα, τη στιγμή του κακού που έρχεται, με δυο-δυο τα σύννεφα στην αρχή να μαζεύονται και κανείς να μη δίνει σημασία, και όταν πια τα σύννεφα γίνουν πολλά, να βρέχονται κι αυτοί που είναι άρρωστοι, και περιπατητές και ταξιδιώτες και κουρασμένοι.

Και μυρσίνη εσύ δοξαστική, μαλάκωσε τις νίκες, να μην είναι καταπατήσεις και απαγορεύσεις, να μην παίρνουν τα μυαλά μας αέρα κοπανιστό, μαλάκωσε και τις προδοσίες μας, τις ήττες μας κι όλα τα πατημένα μας γαρίφαλα, να μείνει χώμα γόνιμο, να κρατηθεί ο σπόρος, να χορτάσουν τα μωρά, μη μείνει η γη καμένος τόπος σαν πει να γυροφέρει το αύριο.

Μη, παρακαλώ σας, μη λησμονάτε αυτούς που ακόμα ντρέπονται, που ακόμα περιμένουν, που ακόμα φοβούνται, κρυώνουν, πεινάνε, διψάνε, που ακόμα περπατάνε και που ακόμα δε βρήκαν μέρος ν’ απαγκιάσουν πάνω στη γη – κι ευτυχώς που υπάρχει η βαρύτητα που τους κρατάει πεισματικά κολλημένους στο φλοιό, αλλιώς κάποιοι θα τους είχαν ήδη πετάξει στο διάστημα – αυτούς που ακόμα κοιτάνε απ’ το παράθυρο μια μέρα και μια μέρα ακόμα, και περπατούν, και κοντοστέκονται και ξαναξεκινάνε.

Μη, παρακαλώ σας, μη λησμονάτε τη χώρα μου, κι εγώ, υπόσχομαι, πώς θα διαβάζω την ιστορία μου, τα ίδια λάθη δε θα ξανακάνω, θα φτιάξω νόμους που θα μπορούν να λέγονται δικαιοσύνη, δε θα θέλω να φάω κι απ’ το ψωμί του διπλανού, μα θα του δίνω κι απ’ το δικό μου αν δεν έχει, δε θα στερήσω από καμία γειτονιά την ευκαιρία να γίνει πολιτεία, το έλλογο και το ανθρώπινο θα υπηρετώ, θα ντύνομαι με ενήλικα ρούχα, αφήνοντας τα παιδικά χεράκια ελεύθερα να παίξουν, να μάθουν γραφή κι ανάγνωση, θα ποτίζω όλους τους σπόρους ισότιμα, όχι επειδή είναι δικοί μου, αλλά επειδή εγώ τους ανήκω, χωρίς αυτούς πεθαίνω, θα λυπάμαι εγώ σαν να ‘χω κάνει όλα τ’ άδικα, ακόμα κι όταν οι δολοφόνοι θα γελάνε μες στα αίματα, θα θυμάμαι, για όλους αυτούς που επιμένουν να ξεχνάνε, θα ντρέπομαι, για αυτούς που δεν ντράπηκαν, υπόσχομαι, ναι, υπόσχομαι, θ’ αγαπώ, θα συγχωρώ, θα μαθαίνω και θα πλένομαι, κι όλο θα πλένομαι, σαν να ‘μουνα εγώ η βρόμικη, εγώ που ξέχασα, εγώ που το παραξήλωσα κι έχασα το μέτρο, εγώ που πάτησα το γαρίφαλο, δίχως να σκεφτώ, αν ήταν και το τελευταίο.

Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ, πολύ θα ήθελα να κατέβεις μια φορά, όταν όλα όμορφα θα τα ‘χουμε φτιάξει κι ειρηνεμένα θα τα βλέπεις να κείνται χωρίς να φοβούνται το άτεγκτό σου το χρυσάφι, κι έτσι ήσυχα να μιλήσουμε για κείνο και για τ’ άλλο, «θυμάσαι τότε που…» ή «γιατί, εκείνη τη φορά που…;» και θα μοσχομυράνε οι μυρσίνες κι όλα τα άνθια μαζί και θα γελάμε, μ’ όλες τις συμφορές μας ξεπλυμένες.

Μα μέχρι τότε, κι επειδή ακόμα δεν έχουμε μπορέσει να μαζέψουμε όλα τα πατημένα γαρίφαλα από κάτω, μη, παρακαλώ σας, μη λησμονάτε τη χώρα μου, γιατί χωρίς εσάς, ούτε να κλάψουμε δε θα μπορούμε με αξιοπρέπεια.

 


*Το παρόν κείμενο δεν ήταν προγραμματισμένο, αλλά δημιουργήθηκε με αφορμή την παρουσία του Μίκη Θεοδωράκη στο συλλαλητήριο για τη «Μακεδονία» που διοργανώθηκε στις 4 Φεβρουαρίου του 2018 από σύσσωμο τον εθνικιστικό και φασιστικό πολιτικό κορμό της χώρας, και που κατά τη γνώμη μου, ήταν μια απόφαση πολιτικά άστοχη. Ένα πολύ μεγάλο μέρος του πληθυσμού που έχει μάτια και βλέπει τι προετοιμάζεται κοινωνικά και πολιτικά τα επόμενα χρόνια, νιώθει πολύ άσχημα, γιατί ένα από τα σύμβολά του, έδωσε βήμα σε ακροδεξιές ομάδες που επιθυμούν να νομιμοποιήσουν το ναζισμό και την ασχήμια του, να ενδυναμώσουν ακόμα περισσότερο τη θέση τους, πράγμα το οποίο θα εξαργυρώσουν και εκλογικά.

Το «σώπα, όπου να ‘ναι θα σημάνουν οι καμπάνες» δεν μπορεί να ακούγεται σε μια τέτοια εκδήλωση και να οικειοποιείται από αμφίβολα χείλη, υπό το υπόρρητο δόγμα «σώμα, όπου να ‘ναι θε να βγούνε κι άλλες κάνες»…

Όταν μία ολόκληρη εποχή «ρίχνει αυλαία» κακήν κακώς, είναι λογικό να γίνονται και οι απαραίτητες αποκαθηλώσεις, είτε το θέλουμε είτε όχι, και ίσως αυτό να είναι μέρος της σκουριάς που πρέπει να ξεφορτωθούμε για να πάμε παρακάτω. Η λύπη, όμως, όπως και η αποδοχή του τι κρατάω και τι αφήνω τελικά πίσω μου, είναι αναπόσπαστο κομμάτι κάθε ενηλικίωσης. Και την πραγματική ελευθερία, μόνο ως ενήλικος λαός θα μπορέσουμε επιτέλους να τη ζήσουμε.

Με εκτίμηση προς όλους τους/τις συμπολίτες/τισσές μου,
ακόμα και αυτούς/ές που διαφωνούν μαζί μου,
η blogger

*Το έργο που απεικονίζεται είναι πίνακας του Δημήτριου Γερανιώτη, Κοπέλα σε αγρό, 1905

Copyright © 2018 Αθηνά Ζωγραφάκη. «All rights reserved».

1Σχόλιο
  • αγγ.
    Αναρτήθηκε στις 09:29h, 08 Φεβρουαρίου Απάντηση

    βασανιστικά αληθινο ! τουλάχιστον αυτό………..

Αφήστε το σχόλιό σας.