About Athina


- Born in Patras in 1986
- Finished her Bachelor Degree in Greek Philology in 2009 (University of Patras), followed by a Master Degree in Language Studies in 2010 (Lancaster University, U.K.)
- Left her Ph.D. Degree after 5 years of study (University of Athens), for all the reasons of the world, grateful for the broad knowledge she gained throughout the process.
- Worked in the private sector as a creative writer, editor, and proofreader for 4 years (Athens, 2011-2015) but then, again, she changed her mind.

She reads and writes a lot. Really. In fact, that’s the only thing she has never stopped doing since she was a child.
Her personal literary efforts constitute a whole parallel universe where she experiments, transforms and transmutes whatever makes her feel provoked.
She always works in the energetic sphere of her eternal beloved, who accompanies her from life to life, from plane to plane, from one path to another.
But eventually, she had to overcome it and learn to live “without”.
Now she’ s free, she can wholeheartedly continue with her exploration.

“To begin with an A,
To finish with it,
With no circle having being made
But a whirlwind.”

Υπουργείο Ευτυχίας (5)

Υπουργείο Ευτυχίας (5)

Η Έλλη. Η περίπτωση γυναίκας που θα γίνει μια αιώνια μητέρα να σε κλείσει μέσα. Που μετά τους πρώτους οχτώμισι μήνες, δεν θα ξέρεις αν ντύνεται έτσι επειδή έχει υπέρμετρη εμπιστοσύνη στην ομορφιά της ή καθόλου. Που θα σε κακομάθει επειδή δε θέλει να σε χάσει, μα θα σου ζητάει τα ρέστα της εις το διηνεκές, όσα δε ζήτησε ποτέ απ’ τη ζωή της την ίδια, με την υποδόρια υποχρέωση να πρέπει εσύ να της τα προσφέρεις.

Μπορεί να θυμηθεί ακόμα πώς ήταν πριν τις εκλογές, όταν είχε παρευρεθεί σε μία ημερίδα σχετικά με τα δικαιώματα του παιδιού και την είχε δει πρώτη φορά. Του είχε αρέσει ο τρόπος που κοιτούσε τον κόσμο, σαν να ήταν όλος γεμάτος από τα παιδιά της και να ήθελε να του μοιράσει γλειφιτζούρια. Μια ερωτική γλύκα τον είχε συνεπάρει και φαντάστηκε πώς θα ήταν να βουτάει στα στήθη της, ενήλικο μωρό που αναζητούσε ξανά τη θηλή. Της είχε ζητήσει το τηλέφωνό της, είχανε βγει κάμποσες φορές και είχε αρχίσει να κοιμάται συστηματικά σπίτι της δύο με τρία βράδια την εβδομάδα. Τους είχαν αιχμαλωτίσει και κάποια πρωτοσέλιδα, με σαφή υπονοούμενα για επισημοποίηση της σχέσης τους με αφορμή την υπουργοποίηση, αποσιωπητικά, ερωτηματικά, χρωματιστοί τίτλοι με μεγάλα γράμματα.

Πολύ καλή περίπτωση.

«Αναρωτιέμαι, κύριε Βέλλιο», τον είχε ρωτήσει τότε με αφορμή την τοποθέτησή του, «πώς θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένας φορέας που να εξασφαλίζει μακρόπνοα την υγιή ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών; Τα παιδιά, βλέπετε, είναι το μέλλον…» και είχε χαμογελάσει με το πλάι των χειλιών της.

«Όσο και αν ακουστεί αιρετικό σαν αντίληψη, πιστεύω πως όταν μια κοινωνία εστιάζει μονόπλευρα στα ανήλικα μέλη της, χωρίς να επιλύει σε βάθος χρόνου τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ενήλικες που αποτελούν το άμεσο περιβάλλον των παιδιών, τότε κανένας φορέας δε θα μπορέσει να προσφέρει ούτε υγεία, ούτε ευημερία.»

Η μη αναμενόμενη απάντηση στο κλισέ από το οποίο είχε πιαστεί για να του δείξει το ενδιαφέρον της, την είχε κάνει να μαζέψει το χαμόγελο της σιγουριάς, βάζοντάς την σε σκέψεις.

«Μα, είναι αναμενόμενο οι παιδαγωγικές επιστήμες και τα συναφή πεδία, να βάζουν σε προτεραιότητα τα αδύναμα μέλη μιας κοινωνίας, λόγω της συνεξάρτησης που έχουν με τα ενήλικα μέλη και από τα οποία προέρχεται συνήθως η παραβίαση των δόκιμων συνθηκών διαβίωσής τους.»

«Όπως και για τις πολιτικές επιστήμες είναι αναμενόμενο να φροντίζουν για όλα τα μέλη μιας κοινωνίας, χωρίς εκ των προτέρων ταμπέλες περί αδυναμίας, αλλιώς εγκλωβιζόμαστε μόνοι μας σε πρότυπα που αναπαράγουν τις ανισότητες και αποστερούν τις δυνατότητες από τα μέλη τα οποία υποτίθεται πως καλούμαστε να προστατέψουμε.»

Ορισμένοι στο πάνελ είχαν διαμαρτυρυθεί για μονοπώλιο της συζήτησης και έλλειψη χρόνου, οπότε θυμάται πως είχε αναγκαστεί να περάσει σε επόμενη ερώτηση, για να μην καρφωθεί. Είχε κάνει το κλισέ της βήμα για να αποδείξει τη θέση του κι εκείνη είχε δείξει πολύ πρόθυμη να συνεχίσουνε τη συζήτηση και εκτός, λέγοντας χαμογελαστά «Με καλύψατε, κύριε Βέλλιο, σας ευχαριστώ.»

Όπως και έγινε.

Καλή περίπτωση. Θα μπορούσε να τον στηρίξει σε όλη του τη σταδιοδρομία, να του κάνει παιδιά, να πηγαίνουνε μαζί σε κοινωνικές εκδηλώσεις, ο υπουργός και η παιδαγωγός, ένας συνδυασμός αρκούντως αποδεκτός, αυτή θα έστηνε ένα χαμογελαστό οικοδόμημα από κλισέ που οι άλλοι θα φωτογράφιζαν για να γεμίζουν τα πρωτοσέλιδα, αυτός θα τα έβγαζε εύκολα πέρα με τις απαιτήσεις της που διαγράφονταν βολικά κλασικές και θα μπορούσε να αδειάζει την αγκαλιά της απεριόριστα για να γεμίζει από εκείνον και την αγχώδη ζωή του. Να παίρνει υπόσταση σαν ντύμα του, τρυφερή δαντέλα γύρω από εκείνον και τη στύση του. Κι αυτός πάντα να αποδεικνύει το δίκιο της γνώμης του.

«Κοίτα, Δήμο, κοίτα, μας είδανε μαζί!» του είπε μια μέρα σαν παιδί και του έδειξε χαρούμενη το φορτωμένο πρωτοσέλιδο, πριν τον αγκαλιάσει και τον φιλήσει πεταχτά στο στόμα.

«Κανείς δεν είναι τέλειος, Δήμο, ούτε εσύ. Τι ακριβώς δε σου αρέσει ξαφνικά;» τον είχαν αποπάρει Νάντια και Γιάννης από κοινού.

«Τι να σας πω… ρε σεις, ξέρετε τι με βασανίζει;»

«Τι;»

« Αυτή η σπασμένη κανάτα που βλέπω συνέχεια. Νόμιζα πως με την Έλλη δε θα την έβλεπα πια, αλλά…»

Η Νάντια τον κοίταξε σκεφτική, προσπαθώντας να διαβάσει πίσω από τα μάτια του.

«Συνεχίζεις να τη βλέπεις, ε;»

«Ενώ όλα φαίνονται τέλεια μαζί της, μέσα μου νιώθω πως δεν είναι.»

«Ναι, αλλά δεν μπορείς να πληγώσεις έναν άνθρωπο εξαιτίας ενός ονείρου. Μπορεί να μην έχει να κάνει με την ίδια, αλλά με το εγχείρημα του Υπουργείου Ευτυχίας συνολικά. Χώρια που θα σου έδινε την αμέριστη στήριξή της, ποτέ δε σε αμφισβητεί.»

«Ούτως ή άλλως, τώρα, δε θα μπορείς να γυροφέρνεις με πολλές διαφορετικές κοπέλες. Θα σε έχουν στο κατόπι με τις κάμερες και τις φωτογραφικές…» είπε κουνώντας το κεφάλι του με κατανόηση ο Γιάννης και αγγίζοντας τον ώμο του για συμπαράσταση.

«Δε γράφετε και άσχημα» συμπλήρωσε και η Νάντια σμίγοντας τα φρύδια της. «Δείχνετε ισορροπημένοι μαζί…»

Ώσπου ένα βράδυ, πριν  ένα μήνα περίπου, θυμάται πώς συνέβη.

«Τι έχει το μωρό μου;» θυμάται να παιχνιδίζει μαζί του στον καναπέ και να τον χαϊδεύει στο κεφάλι, προσηλωμένη σε ένα σίριαλ. Ουδέτερο γένος στην προσφώνηση, τρίτο ενικό πρόσωπο, αναχρονιστικός επιθετικός προσδιορισμός.

Κι εκεί, σε εκείνον τον σομόν καναπέ, με το πρασινωπό ριχτάρι να καλύπτει το μισό του και το άλλο του μισό να μένει ακάλυπτο, εκτεθειμένο σε κάτι εσώτερα υγρά δικά του που άρχιζαν για κάποιον ανεξήγητο λόγο να κινούνται, είχε κάνει μια τελευταία προσπάθεια να κατασιγάσει μια υποδόρια φωνή που τον ενοχλούσε.

Η τηλεόραση συνέχιζε να στέλνει το φως από την αλλαγή των σκηνών απευθείας πάνω στα πρόσωπά τους. «Μας σημαδεύουν» είχε σκεφτεί ανήσυχος.

Η Έλλη δίπλα του καθότανε ανέμελη και μασουλούσε ένα κριτσίνι με σουσάμι, τινάζοντας μηχανικά τα ψίχουλα που έπεφταν πάνω στο μακρύ της νυχτικό για να καταλήξουν στις τριμμένες της παντόφλες.

Κάποια στιγμή, παύει να ακούει το σίριαλ. Χωρίς να γυρίσει το βλέμμα του, εστιάζει με τ’ αυτιά του στο κριτσίνι που σπάει. Προσπαθεί με το μυαλό να ακολουθήσει τη γραμμή της πτώσης που διαγράφει το ψίχουλο από το στόμα της στις παντόφλες, δίπλα από τις στρογγυλές της φτέρνες. Θυμήθηκε που του άρεσε όταν αυτές τυλίγονταν γύρω από τη μέση του και τα χείλη της μασουλούσαν τα δικά του.

Κάτι δεν πήγαινε καλά.

Άρπαξε την Έλλη με μανία σχεδόν, τραβώντας την από τα πόδια και κλειδώνοντάς την επάνω του. Πριν προλάβει να αντιδράσει, της άνοιξε το στραβοχυμένο νυχτικό με τα προβατάκια στα δύο, εκδηλώνοντας και ένα βάρβαρο θυμό και για το βαμβακερό της εσώρουχο.

«Μα τι κάνεις!»

«Τώρα, τώρα!» μούγκρισε επίμονα.

«Μα, βρε μωρό μου…» είπε εκείνη βογκώντας.

«Δεν είμαι, δεν είμαι!» της κράτησε τα μαλλιά τραβηγμένα πίσω και ξεκουμπώθηκε βιαστικά.

«Τι δεν είσαι; Τρελάθηκες; Ηρέμησε, σε παρακαλώ…» είπε καθώς την ξάπλωνε οριζόντια πίσω.

«Δεν είμαι το μωρό σου, το καταλαβαίνεις;» και πήρε θέση, σφίγγοντας τους μηρούς της μέσα στους δικούς του, με ένα θυμωμένο φιλί να της σωπάσει τα χείλη.

Εκείνη αφέθηκε σαστισμένη. Πού είχε πάει το μωρό της;

«Μα, βρε αγάπη μου…» είπε παραπονεμένα, όταν κατάφερε να τα λευτερώσει, πιάνοντας μαλακά το κεφάλι του στα χέρια της.

«Μην το κάνεις αυτό! Δεν είμαι το μωρό σου! Δεν είμαι το μωρό σου! Το καταλαβαίνεις;» γρύλισε μέσα στο αυτί της και της το δάγκωσε στην άκρη.

Και της κράτησε τα χέρια ανοιχτά πάνω στα μαξιλάρια, αφήνοντας τον εαυτό του ανεξέλεγκτο.

Μια πνιχτή φωνή ακούστηκε να βγαίνει από μέσα της και τα σφιχτοκλεισμένα της βλέφαρα δεν έδειχναν ούτε να δακρύζουν ούτε και να γελάνε. Η υπομονή της τον τσάντισε ακόμα περισσότερο.

Ανακάθισε αναψοκοκκινισμένος και μισοξεκούμπωτος στον καναπέ. Θυμωμένος. Με τον εαυτό του. Με το χαζό σίριαλ που τον σημάδευε ακόμα και την ώρα της παραφοράς, ενώ θα έπρεπε κάποιος να το κάνει να σωπάσει. Με εκείνη. Που μάζευε αμίλητη τα σκισμένα της ρούχα από το πάτωμα και ρούφαγε της μύτη της. Που είχε χάσει πολλά επεισόδια στο δικό τους σίριαλ και τον κοιτούσε χωρίς να μπορεί να τον αναγνωρίσει. Έμπηξε τα κλάματα, γέρνοντας στον ώμο του:

«Γιατί; Τι έκανα; Πού έχω φταίξει; Δε… δε σέβεσαι τη μαμίτα σου, το κοριτσάκι σου…»

Εκείνος έγειρε το κεφάλι του μέσα στα χέρια του. Ήταν απεγνωσμένος. Ο μισός του Δήμος έτρεμε ακόμα από την  λυτρωτική του απελευθέρωση που είχε έρθει, κοστίζοντάς του έναν άνθρωπο. Όμως αισθανόταν ικανοποίηση για την οποία δε μετάνιωνε. Ο άλλος του μισός τον έβριζε που είχε παραβιάσει έναν άνθρωπο και τις αρχές του.

«Συγγνώμη, Έλλη… Δεν ξέρω τι μ’ έπιασε, ειλικρινά. Ελπίζω να μη σε πόνεσα πολύ…» Ένιωθε σκατά. Δεν την κοιτούσε. Εκείνη, μόλις τον είδε μαλακωμένο, άλλαξε ύφος.

«Μια γυναίκα όλα μπορεί να τα αντέξει, αρκεί να αγαπιέται» είπε σαν να είχε ξεσηκώσει τίτλο από μοντέρνο άρλεκιν. «Ε, μωρό μου;» και έψαξε για το τηλεκοντρόλ. Άλλαξε το κανάλι για να βάλει ειδήσεις και τράβηξε πρόχειρα γύρω της το κάλυμα του καναπέ.

Άθελά του την αγριοκοίταξε ξανά. «Τι πα’ να πει;» σκέφτηκε. Αντί να τον πετάξει έξω με τις κλωτσιές, αντί να υπερασπιστεί τον εαυτό της για αυτό που μόλις της είχε γίνει, εκείνη, μισόγυμνη ακόμα, τον πλησίαζε λες και δεν έτρεχε τίποτα.

«Έλα, μωρό μου», συνέχισε απτόητη,«εσύ δεν είσαι τέτοιος, ήταν μόνο ένα περιστατικό…» και κόλλησε ακόμα περισσότερο επάνω του. «Σε συγχωρώ, αγάπη μου, σε συγχωρώ…» και προσπάθησε να ξαναπάρει το πρόσωπό του στα χέρια της για να αναγκαστεί να την κοιτάξει. Με το μηρό της να πιέζει επίμονα το δικό του.

Άρχισε να παίζει το γόνατό του νευρικά. Ο ίδιος σιχαινόταν τον εαυτό του τώρα, δεν ήθελε να τον αγγίζει κανένας.

«Συγγνώμη, Έλλη, αλλά τελειώσαμε για σήμερα» της είπε με ένα είδος απέχθειας και τραβήχτηκε. Σηκώθηκε να μαζέψει τα κλειδιά του αυτοκινήτου και το κινητό του από το διπλανό τραπέζι.

Ένα ντύμα με χαρωπά προβατάκια που σε κάνουν αυτόματα λύκο και δύο στήθη που σε τρέφουν, όταν μητρικά εκείνα το αποφασίσουν, αφού κατά βάθος, ποτέ δεν ήθελαν το γένι σου, αλλά το παιδικό σου χνούδι.

«Πάντως εγώ επιμένω, κύριε Βέλλιο, πώς το μέλλον των κοινωνιών είναι τα παιδιά.»

«Κι εγώ επιμένω, κυρία Βετίμη, πως το μέλλον της ανθρωπότητας βρίσκεται στην καλώς εννούμενη ενηλικίωση.»

Η Έλλη. Που θα γίνει μια αιώνια μητέρα να σε κλείσει μέσα, βαφτίζοντάς σε παιδί της, ξεχνώντας σε, κάνοντάς σε κάποιον άλλο. Μετά θα σου κάνει παιδιά, πολλά παιδιά, για να σε αντικαταστήσει πλήρως.

«Μα, αγάπη μου… Δε σε καταλαβαίνω, ειλικρινά.»

Στράφηκε απότομα προς την κρεμάστρα, παίρνοντας το δερμάτινο μπουφάν του. Είχε ανάγκη από αέρα και νερό.

«Καλύτερα να μην κοιμηθούμε μαζί απόψε» της είπε μονοκόμματα και έκλεισε την πόρτα του διαμερίσματος πίσω του.

Εκείνη μπορεί και να έκλαψε. Μπορεί και απλώς να κοιμήθηκε. Γαϊδουρινά, δεν τον ένοιαξε. Ακόμα έφερνε στο νου του τα κλεισμένα της βλέφαρα που δεν πρόδιδαν ούτε ηδονή ούτε θυμό, μόνο μια ηλίθια, υποτακτική υπομονή.

Ένα δώμα με κουρτίνες στο νυχτερινό αέρα.

«Χαρά μου… χαρά μου…» μια φωνή ανεβαίνει πάλλοντας απ’ το στομάχι του, την ώρα του ονείρου του.

Μια γυναικεία μορφή που αχνογελάει και ανασαίνει για να την ακούει.

Η Έλλη, καστανά μαλλιά, μεγάλα στήθη, τον ακουμπάνε από πίσω. Τα χέρια της τον κρατάνε σφιχτά από τη μέση. Θέλει να προχωρήσει μπροστά, στις κουρτίνες που αναδεύουν την άγνωστη μορφή.

«Μωρό μου…» του ψιθυρίζει η Έλλη. Τον δαγκώνει. Τον πονάει. Προσπαθεί να ελευθερωθεί. Πονάει πιο πολύ.

Η γυναικεία μορφή ανασηκώνει τα πέπλα της.

Τα μαλλιά της κυματίζουν σκούρα κι απροσδιόριστα. Τα μάτια της τον βλέπουν με τα δικά του μάτια. Κρατάει μια κανάτα γεμάτη νερό.

«Ευτυχία, χαρά μου, ευτυχία…» του χαμογελάει. Εκείνος, απλώνει τα χέρια. Μπηγμένα δόντια στο δέρμα του, μ’ αυτός προσπαθεί. Για τη χαρά. Για την ευτυχία. Για το νερό και τον αέρα.

Η κανάτα πέφτει από τα χέρια της και σπάει.

 

 

Copyright © 2017. Athina Zografaki, All rights reserved.

 

(Δείτε επίσης εδώ και τα υπόλοιπα αποσπάσματα: Πρώτη ενότητα, δεύτερη ενότητα, τρίτη ενότητα, τέταρτη ενότητα)

2 Σχόλια
  • αγγ.
    Αναρτήθηκε στις 16:22h, 30 Ιανουάριος Απάντηση

    ειναι πολυ δυνατες οι εικονες που εδωσες γραφοντας αυτο το κομματι.ΥΠΕΡΟΧΟ!!!!!!!!!!!!!! Τουλάχιστον εγω, ετσι το ειδα……

    • ATHINA ZOGRAFAKI
      Αναρτήθηκε στις 09:29h, 06 Φεβρουάριος Απάντηση

      Ευχαριστώ πολύ:))

Αφήστε το σχόλιό σας.