About Athina


- Born in Patras in 1986
- Finished her Bachelor Degree in Greek Philology in 2009 (University of Patras), followed by a Master Degree in Language Studies in 2010 (Lancaster University, U.K.)
- Left her Ph.D. Degree after 5 years of study (University of Athens), for all the reasons of the world, grateful for the broad knowledge she gained throughout the process.
- Worked in the private sector as a creative writer, editor, and proofreader for 4 years (Athens, 2011-2015) but then, again, she changed her mind.

She reads and writes a lot. Really. In fact, that’s the only thing she has never stopped doing since she was a child.
Her personal literary efforts constitute a whole parallel universe where she experiments, transforms and transmutes whatever makes her feel provoked.
She always works in the energetic sphere of her eternal beloved, who accompanies her from life to life, from plane to plane, from one path to another.
But eventually, she had to overcome it and learn to live “without”.
Now she’ s free, she can wholeheartedly continue with her exploration.

“To begin with an A,
To finish with it,
With no circle having being made
But a whirlwind.”

Η επιλογή της Περσεφόνης – Μια μαρτυρία (2)

Η επιλογή της Περσεφόνης – Μια μαρτυρία (2)

Βαθιά μέσα στη γη

«Εντάξει, Πλούτωνα, θα σε βοηθήσω, αλλά να ξέρεις πως δεν το κάνω για σένα, μόνο για εκείνη, γιατί, πώς να το πω, της έχω μια παράξενη αδυναμία, μαραζώνει και νομίζει η μάνα της πως ανθίζει, μόνο μέσα στα χέρια μου θέλω να τη δω ν’ ανθίζει, βαριά η περίπτωσή σου και έχετε και μια κάποια διαφορά, ηλικίας εννοείς; όχι, συχνότητας, θα έλεγα, για να είμαι πιο ακριβής, μα ρε Αθηνά, θα τις συντονίσω τις συχνότητες για να μπορέσει να έρθει, και πολύ καλά θα κάνεις, μόνο που δε σου συνιστώ να την αρπάξεις, μα η υπομονή μου εξαντλείται, τη θέλω ρε παιδί μου, κι ας είστε όλοι αντίθετοι, έχω κάνει γερό τσακωμό με τη Δήμητρα, για πάρτη της εγώ θα φέρω τα πάνω κάτω.

»Δεν έχω καμία αμφιβολία γι’ αυτό, πάνω κάτω αυτό κάνεις κάθε φορά, φέρνεις τα πάνω κάτω, μόνο που τώρα, το πάνω που θέλεις να κάνεις δικό σου, πρέπει να μπορεί να σ΄αντέξει, τι εννοείς, Αθηνά, θα της φερθώ με πάσα ιπποτική αβρότητα, βασίλισσα θα την κάνω, δεν εννοούσα αυτό Πλούτωνα, εννοούσα ότι ο μόνος τρόπος να μείνει πραγματικά μαζί σου για πάντα είναι να σε επιλέξει η ίδια, να βρει ένα λόγο να το κάνει. Η Δήμητρα δε θα τ’ αφήσει έτσι, θα κινήσει γη και ουρανό για να τη βρει, και κάποια στιγμή όλο και κάποιος θα μιλήσει, Άρα; άρα, Πλούτωνα, αυτό που μπορώ εγώ να κάνω είναι επιτρέψω ένα μεγάλο σεισμό για χάρη της, -μόνο αυτό το λεπτό περιθώριο σου δίνω να δράσεις- και πρέπει να σκεφτείς σοβαρά πώς θα εξάψεις το πάθος της για κίνηση και ελευθερία και για πασπαλισμένη ζάχαρη, αν με καταλαβαίνεις, σε καταλαβαίνω, την αφίσα με τα ρόδια την έβαλες εκεί που σου είπα, ναι, Πλούτωνα, την έβαλα, το έκανα και αυτό, αν και οι αρχές μου σπάνια επιτρέπουν τη χειραγώγηση, ο καθαρός λόγος είναι αυτό που επιδιώκω, γι’ αυτό και θα τη βγάλω σύντομα, πριν γίνουμε και βούκινο.

»Και τι θα κάνεις, Αθηνά, ενώπιον του θείου δικαστηρίου, όταν θα ερωτηθείς ως βασικός μάρτυρας, ελπίζω να σε έχει επιλέξει για να χρησιμοποιήσω την ελευθερία επιλογής ως τεκμήριο, όπως και το άσβεστο πάθος σου για εκείνη, ως παραφορά εν θερμώ και βλέπουμε, ήδη έχω αργήσει, γεια σου. Έτσι μου ‘ρχεται να προσευχηθώ για να την έχω, μόνο που είμαι ήδη θεός του κάτω κόσμου και δεν ξέρω πού να στρέψω την προσευχή μου, τι λέω, άρχισα να παραμιλώ και να σκεφτεί κανείς ότι δεν κάνει και τόση ζέστη εδώ μέσα.»

Ο Πλούτωνας. Τον μπερδεύανε με τον Πλάτωνα κάποιοι ανίδεοι, αλλά αυτός τους αντέτεινε με σιγουριά ότι ήταν όμορφος χωρίς να είναι φιλόσοφος. Και με χρωματάκι μια χαρά, όχι εκείνο το πρασινομπλαβί που είχε ο γεράκος όταν πήρε την κάτω βόλτα. Δεν του άρεσαν οι φιλόσοφοι ιδιαίτερα, έψαχναν να βρουν το κουτί με τα σπίρτα και όλοι ήθελαν να τον βάλουν κάτω, να περάσουν στην απέναντι όχθη δίχως να βραχούν. Δεν του άρεσε να φιλοσοφεί για τη ζωή και τον έρωτα, ήθελε να μάθει από το κορίτσι του όλα τα καθέκαστα, μόνο εκείνη μετρούσε και πρόσθετε την ομορφιά στην άτεγκτη ισορροπία που εκείνος διατηρούσε.

Τα χαρακτηριστικά του ήτανε καθαρά και όχι βλοσυρά, όπως φαντάζονταν κάποιοι. Τα μαύρα του μαλλιά χύνονταν κυματιστά στους ώμους. Τα γένια του δεν άφηνε να μεγαλώνουνε πολύ. Με ένα μαύρο μπλουζάκι ριχτό, τα λουριά στους καρπούς, τα εφαρμοστά τα τζιν και τις δερμάτινες τις μπότες, έμοιαζε με ροκά. Κι όχι ότι δεν ήταν.

Σε μια τέτοια συναυλία την είχε δει να λάμπει μέσα στο πλήθος. Να χαμογελάει πλατιά και να τινάζεται σύγκορμη στο ρυθμό της μουσικής. Να σηκώνει τα χέρια με ενθουσιασμό, σαν ν’ απεύθυνε κάλεσμα – προσευχή στην ηλεκτρική της μούσα. Απόμεινε να κοιτάζει τον παλμό της ζωής και ένιωσε μέσα του τα αίματά του να κάνουνε θόρυβο. Ζεστάθηκε.

Έγινε διάφανος και πήγε κοντά της. Την περιεργάστηκε σε απόσταση μερικών εκατοστών, πάνω κάτω, μέσα έξω.

«Έχουν καεί οι ώμοι της απ’ τον ήλιο», διαπίστωσε.

Ο αέρας γύρω της σταμάτησε μια στιγμή, αλλά αυτή δεν μπορούσε να δει. Μόνο να νιώσει, χωρίς να μπορεί να καταλάβει.

«Το βλάκα, κοίτα τον τι κάνει!» Το κορίτσι, που ήταν γυναίκα αλλά ήθελε να’ ναι παιδί, ξέσπασε σε δυνατό γέλιο. Ο μπασίστας είχε βγάλει το σώβρακό του και το ανέμιζε με απύθμενη γελοιότητα.

Ο άντρας αποσβολώθηκε ολότελα από εκείνο το ξέσπασμα. Το γέλιο της αντήχησε στ’ αυτιά του κι από εκεί φώλιασε στο στέρνο του.  Γέμισε μέσα του από την ύπαρξή της. Του φάνηκε πως χαμογέλασε κι αυτός, αλλά δεν ήταν και σίγουρος. Είχε πολύ καιρό, άλλωστε.

Ανέβηκε στη μηχανή και πήρε το δρόμο του γυρισμού, σχεδόν θλιμμένος. Ίσως και θυμωμένος με την υπηρεσία που προσέφερε στον κόσμο. Πήγε και στάθηκε μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη. Τίποτα δεν του έλειπε. Ούτε η ομορφιά, ούτε η γνώση ούτε κι η δύναμη. Η πορφυρή του κάπα καθρεφτίστηκε κι αυτή, αχρείαστη πολύ καιρό στην κρεμάστρα. Ήταν για τις γιορτινές περιστάσεις.

Μα τέτοιες δεν υπήρχαν στη μοναχική του έπαυλη. Ξάφνου όλα του φάνηκαν βαριά, ανυπόφορα. Χωρίς γέλια και χαρές. Χωρίς ροκ συναυλίες. Χωρίς το φως της. Πολύ – ησυχία – ρε – παιδί – μου.

Ήτανε βέβαια κι η μάνα της. Αυτή δε θα την άφηνε με τίποτα. Ακόμα και τα λουλούδια του δηλητηριώδη της τα είχε βγάλει, για να μην τ’ αγγίξουν ποτέ τα τρυφερά της χέρια. Μάλιστα,  την είχε δει μερικές φορές που τα άφηνε άνυδρα για να ξεραθούν, αλλά αυτός εκεί, να τα ποτίζει εκ των έσω για να ιντριγκάρουν πάντα το κορίτσι, το κορίτσι που ήταν δικό του, αλλά δεν το γνώριζε ακόμη.

«Άλλωστε είμαι κι εγώ γη, Δήμητρα, μην το ξεχνάς αυτό, είσαι κι εσύ, είμαι κι εγώ, έχω το δικαίωμα να θέλω, Ν’ αφήσεις το παιδάκι μου ήσυχο, λέω εγώ, τόσες γυναίκες γύρω γύρω, τη χαρά τη δικιά μου βρήκες να δρέψεις; σκέφτηκες αν ποτέ εσύ δρέπεις τη δική της χαρά; τη χαρά της εξέλιξης, την ωρίμανσή της; οι υάκινθοι δηλητηριώδεις και τα ρόδια σκληρά! Βγες έξω αμέσως, Άδη, θα κάνω ό, τι περνάει από το χέρι μου για να μην την έχεις! Αυτό δε με εμποδίζει να προσπαθήσω, καμιά φορά αναρωτιέμαι- τι αναρωτιέσαι, πώς θα της διδάξεις την ωρίμανση μέσω της σαπίλας; σε παρακαλώ, μη με προσβάλεις, διατηρώ την κίνηση του κύκλου της ζωής, όπως και η Περσεφόνη- μη πιάνεις τ’ όνομά της στο στόμα σου, αλήτη, τίποτα δεν έχ- αναρωτιόμουν, λοιπόν, Δήμητρα – τίποτα δεν έχεις να της προσφέρεις και το ξέρω, μόνο εγώ, μόνο η μανούλα την αγαπάει – δεν είναι λουλούδι του κήπου σου, είναι η πνοή που δίνει ζωή σε όλα τα λουλούδια, ανήκει του κόσμου και- έλεγες ότι αναρωτιόσουν, Πλούτωνα, τι αναρωτιώσουν; Ποιος απ’ τους δυο μας είναι πιο σκληρός μαζί της, τι εννοείς; Μην κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις – ποια αγάπη θα διαλέξει; Μα, αυτήν που ξέρει κι εμπιστεύεται, της μανούλας, φυσικά- μόνη σου το είπες, Δήμητρα, τη δική μου αγάπη δεν την έχει δει ποτέ ως τώρα καταπρόσωπο για να ξέρει αν της αρέσει ή όχι.»

Και κάπου εκεί της είχε κοπεί η πολυλογία και ένιωσε να φοβάται την ελευθερία της κόρης της να  γνωρίζει πρώτα και μετά να διαλέγει. Έτσι είχανε ειπωθεί τα πράγματα. Αλλά αυτός ήταν αποφασισμένος. Να την κάνει δική του χωρίς να την αλλάξει. Να τη γειώσει χωρίς να την απομυζήσει. Να μη γίνει κι αυτή πρασινομπλαβί. Μήπως κι αξιωνόταν να ευτυχήσει κι εκείνος μες στον κήπο του. Να μη χαλούσε ο κόσμος για έναν έρωτα. Ή μήπως να χαλούσε; Αλλά χωρίς να ’ρθουν τα πάνω κάτω. Ή μήπως να ’ρχονταν;

Χάιδεψε τη γιορτινή του κάπα μετά από καιρό και βάλθηκε να ετοιμάσει την κάμαρη που έβλεπε στην ανατολή, αφού το καθάρισε ο ίδιος προσωπικά για να της αρέσει. Έβαλε μπόλικους σπόρους από ρόδι στη μια του τσέπη, το αιώνιο μυστικό νεότητας για εκείνους που έχουν το ξεχωριστό προνόμιο να ανεβοκατεβαίνουν χωρίς να αλλοιώνονται και ανάπνευσε βαθιά από τον ίδιο του τον έρωτα.

 

(Εδώ το πρώτο και το τρίτο μέρος του διηγήματος)

 

Copyright © 2017. Athina Zografaki, All rights reserved.

Δίχως Σχόλια

Αφήστε το σχόλιό σας.