About Athina


- Born in Patras in 1986
- Finished her Bachelor Degree in Greek Philology in 2009 (University of Patras), followed by a Master Degree in Language Studies in 2010 (Lancaster University, U.K.)
- Left her Ph.D. Degree after 5 years of study (University of Athens), for all the reasons of the world, grateful for the broad knowledge she gained throughout the process.
- Worked in the private sector as a creative writer, editor, and proofreader for 4 years (Athens, 2011-2015) but then, again, she changed her mind.

She reads and writes a lot. Really. In fact, that’s the only thing she has never stopped doing since she was a child.
Her personal literary efforts constitute a whole parallel universe where she experiments, transforms and transmutes whatever makes her feel provoked.
She always works in the energetic sphere of her eternal beloved, who accompanies her from life to life, from plane to plane, from one path to another.
But eventually, she had to overcome it and learn to live “without”.
Now she’ s free, she can wholeheartedly continue with her exploration.

“To begin with an A,
To finish with it,
With no circle having being made
But a whirlwind.”

Η επιλογή της Περσεφόνης – Μια μαρτυρία (3)

Η επιλογή της Περσεφόνης – Μια μαρτυρία (3)

Η συνάντηση

Τα κορίτσια είχαν αργήσει χαρακτηριστικά. Ανησύχησε. Ήθελε τόσο πολύ να βγει σήμερα. Ακούμπησε το μάγουλό της στον κορμό του πεύκου, κλείνοντας τα μάτια. Και τι νόημα θα είχε ακόμα μια βόλτα; Ήθελε να βγει, αλλά χωρίς να ξέρει για πού και γιατί. Ξαφνικά, λυπήθηκε παράφορα. Από ματαιότητα. Από αδειοσύνη. Από τη συνεχιζόμενη ιδιότυπη απεργία που έκανε το αγριμάκι στον κόρφο της. Θυμήθηκε ξανά τα λόγια της Αθηνάς, την πασπαλισμένη ζάχαρη της Αφροδίτης, αυτό που ένιωθε να ‘ρχεται και αρνιόταν να περιμένει κι όμως τ’ αποζητούσε κι έπειτα το ‘διωχνε.

Κι αν κάποια μέρα δε γυρνούσε; Όλοι φεύγουν κάποια μέρα και δε γυρνάνε. Αυτή; Θα τόλμαγε ποτέ; Θα έβρισκε έναν καλό λόγο;

Ο αέρας γύρω της αγκυλώθηκε, σαν να  ακινητοποιήθηκε για λίγο ο κινούμενος κόσμος της. «Θα ‘ναι που από μεσημέρι γίνεται απόγεμα» σκέφτηκε. Ακούγοντας όμως το χλιμίντρισμα της μηχανής, ταράχτηκε.

«Ωραία θέα έχει από ‘δώ. Κρίμα που ο ορίζοντας δεν τραβιέται παραπέρα.»

Η φιγούρα του έριξε όλο της τον ίσκιο πάνω της. Σήκωσε το βλέμμα της ολοστρόγγυλο επάνω στο πρόσωπό του και κράτησε παρατεταμένα την ανάσα της.

«Αυ-αυτό σκεφτόμουνα κι εγώ» στραβοκατάπιε το κορίτσι-γυναίκα- παιδί.

Σφίχτηκε ασυναίσθητα πιο πολύ στο πεύκο. Τα μάτια της προσπαθούσαν να καταλάβουν. Ο άντρας της φάνηκε κάπως βαρύς. Τελικά τον βρήκε όμορφο.

«Φοβάσαι;»

«…»

Αν μπορούσε να τρέξει, θα το είχε κάνει ήδη. Ντράπηκε, μούτρωσε, σούφρωσε τα χείλη της στο τίποτα.

«Ναι, φοβάμαι.»

«Καλά κάνεις. Καθένας θα φοβότανε στη θέση σου. Φοβάσαι, άρα ξέρεις.»

Η Περσεφόνη απέμεινε να κοιτάζει ξερά τον άντρα που ήξερε το μάκρεμα του ορίζοντα και το φόβο. Ένιωσε να την απειλεί χωρίς να της κάνει κακό. Ακόμη κι αν έπρεπε να παίξει έναν πιο μοιραίο, γυναικίστικο ρόλο, δεν ήξερε άλλο παρά την αλήθεια.

«Αν μπορούσα να φύγω, θα το είχα κάνει  ήδη.»

«Μπορείς. Αλλά δε θες. Αυτό είναι το θέμα σου.»

Το κορίτσι – γυναίκα – παιδί είδε τον άντρα να της χαμογελάει και να κάθεται αργά δίπλα της, τρίβοντας στους καρπούς τα μαύρα δέρματα. Της ήρθε να τ’ αγγίξει, αλλά κρατήθηκε.

«Να σε ρωτήσω ποιος είσαι;»

«Είμαι ο Πλούτωνας. Για τους εχθρούς Άδης, αόρατος.» Τώρα ήταν σειρά του να ντραπεί κάπως για το λειτούργημα και τις περίεργες εξουσίες του.

«Για τους φίλους; Πώς σε αποκαλούν οι φίλοι;» Η ερώτηση τού χτύπησε μια ευαίσθητη ηλεκτρική χορδή που καιρό είχε να τον γρατσουνίσει τόσο.

«Δεν ξέρω…» χαμήλωσε το βλέμμα του αβοήθητος. Για μια στιγμή σκέφτηκε ότι ίσως η επιθυμία του να ήταν αταίριαστη με το φως της και η τόλμη του γκρίζαρε κάπως. Εκείνη διαισθάνθηκε ότι κάτι περίεργο συνέβη μέσα του, μα δεν απολογήθηκε για την ερώτηση. ‘Εγειρε κάπως προς το μέρος του και τον κοίταξε από πολύ κοντά, όλο περιέργεια. Ο φόβος της είχε γίνει κάτι άλλο, απροσδιόριστο και θελκτικό έκανε τα βλέφαρά της να  χαμηλώνουν σε τέλεια καμπύλη.

«Αφού για μένα δεν ήρθες αόρατος, σημαίνει ότι με κατατάσσεις στους φίλους» είπε τελικά. Το θάρρος της τον εξέπληξε. Αναθάρρησε κι εκείνος. «Ήρθες για να με πας ταξίδι, έτσι;» έσπασε η φωνή της κάπως. Αυτό μάλλον προσπαθούσε να μου πει η Αθηνά. Απλά δεν καταλαβαίνω πού κολλάει η πασπαλισμένη ζάχαρη», σκέφτηκε δυνατά. «Έχω ακούσει πως είναι τρομακτικό…» Ξαφνικά, άλλαξε η διάθεσή της και βούρκωσε, προσπαθώντας να φανεί αποφασιστική στο αναπόφευκτο.

«Ως εδώ ήταν, δηλαδή;» την κατέλαβε μια σκοτεινή αγωνία.

Εκείνος δεν άντεξε που την είδε έτσι. Της έπιασε τρυφερά το ένα χέρι και με το άλλο έκανε πέρα μια λωρίδα μαλλιών που είχε πέσει μπροστά στο πρόσωπό της.

«Κορίτσι μου, δεν θα είναι τρομακτικό κι επώδυνο για σένα. Για αυτό άλλωστε σου φανερώθηκα, σωστά το κατάλαβες. Μη με φοβάσαι. Αυτό είναι το δώρο μου για σένα, Περσεφόνη, να πάμε ένα ταξίδι μαζί χωρίς τέλος. Χωρίς να φοβάσαι ότι θα τελειώσει ή ότι θα σ’ αφήσω έρημη σ’ άνυδρο τόπο.»

Εκείνη σάστισε ακόμα περισσότερο. Δεν της έλεγε ψέματα, ήταν φανερό, όμως πώς γινόταν η αλήθεια να είναι τόσο όμορφη; Της ήρθε πάλι στο νου η πασπαλισμένη ζάχαρη. Έπρεπε να αποφασίσει.

«Το ταξίδι που σου προτείνω, σε προβληματίζει καιρό τώρα. Κάνω λάθος;»

«Και πού ξέρεις τι με προβληματίζει;»

«Τα λευκά λουλούδια, ας πούμε.»

«Είναι τόσο όμορφα… αλλά και τόσο δηλητηριώδη. Φοβάμαι να τ’ αγγίξω. Η μητέρα έχει βάλει συρματόπλεγμα.»

«Να, πάρε ένα και δες μόνη σου. Είναι όντως;»

Το κορίτσι γύρισε το κεφάλι της από τη μια πλευρά προσηλωμένη.

«Δηλαδή… όλοι οι κήποι έχουν τέτοια λουλούδια;»

«Ακριβώς. Αλλά μόνο στον κήπο της μητέρας σου έχουν συρματόπλεγμα.»

Άπλωσε τ’ ακροδάχτυλά της δειλά. Άγγιξε τα τρυφερά του πέταλα χαμογελώντας. Το πρόσωπό της φωτίστηκε ξανά με χαρά διαρκείας. Της ήρθε να τον αγκαλιάσει, σαν να τραβήχτηκαν με μιας όλα τα συρματοπλέγματα επί γης κι εκείνη να ήταν υπεύθυνη για μια τέτοια πολύτιμη ελευθερία.

«Όπως το φανταζόμουνα. Βελούδινο σχεδόν.»

«Εγώ τα ποτίζω αυτά ανελλιπώς, για κάθε έρωτα που γέρνει από το βάρος και ψάχνει να ελαφρώσει κάπως…» ένιωσε το χέρι της να χαϊδεύει τις γωνίες του προσώπου του, τα μάτια της του φάνηκαν ακόμα μεγαλύτερα. Άκουσε το αγριμάκι της που γουργούρισε και ένα αίσθημα ανείπωτης χαράς απλώθηκε μέσα του. Την είχε κερδίσει. Αγκαλιάστηκαν σφιχτά χωρίς να έχουν να εξηγήσουν τίποτα περισσότερο για την ώρα. Τα ρούχα του μύριζαν κέδρο και βρεγμένη γη, Σεπτέμβρη. Το αγριμάκι της την έσπρωξε να του φιλήσει τα χείλη. Εκείνος  προσπάθησε να το αποφύγει με δυσκολία.

«Τι; Δε θες;» της κόπηκε η φόρα.

«Φυσικά και θέλω, κορίτσι μου, απλά δε γίνεται χωρίς αυτά» έβγαλε τους κόκκινους σπόρους από την τσέπη του, «πρέπει πρώτα να φας αυτά και να περιμένουμε τρεις μέρες και τρεις νύχτες ολόκληρες να περάσουν πριν αλλάξουμε ανάσες, αλλιώς… η δική μου ανάσα…» της έσφιξε το κεφάλι τρυφερά στην αγκαλιά, «άκουσέ με, λίγο απόμεινε ακόμα…» είπε πιο πολύ για να τ’ ακούσει ο ίδιος.

 

«Εγώ, το δειλινό, έγινα ο μάρτυρας που ποτέ δεν πρόδωσε το τι και πώς στις ανακρίσεις που ακολούθησαν μετά για την “ανεύρεσή” της, κι αυτό γιατί, δικαίως, από αυτά που είδα και άκουσα, ποτέ μου δε θεώρησα ότι η Περσεφόνη είχε χαθεί.

»Και το επιχείρημά μου ως ηλιακού δίσκου -ου τα πανθ’ ορά- ήταν ότι, μπορεί η Δήμητρα να ήταν υπεύθυνη για την καλλιέργεια και τη φροντίδα των σπόρων, εγώ όμως  είμαι αρμόδιος για τον καιρό και την απαιτούμενη ηλιοφάνεια, πράγμα που και η Αθηνά επιβεβαίωσε ως απόλυτα λογικό αμέσως μετά, όταν κλήθηκε να καταθέσει, και προσκόμισε στα πρακτικά όλους τους παπύρους με τις σχετικές μετρήσεις και, ασχολούμενοι όλοι με τα στατιστικά, θεώρησαν ανώφελο να τη ρωτήσουν κάτι περισσότερο, και άρα δεν είχε η Δήμητρα κανένα δικαίωμα να εκβιάζει όλους τους υπόλοιπους. 

»Χώρια που η Αθηνά θα είχε δυνατό έρεισμα, αν τη ρωτούσαν, σε ένα τηλεπαθητικό ολογραφικό μήνυμα που συνέλαβε ο Απόλλωνας που καθόταν εκεί δίπλα αμέριμνος, με το κορίτσι να φωνάζει τρέχοντας από μια φτελιά σε μια συμήδα, Τον θέλω, τον θέλω, τον αγαπώ αυτόν τον τύπο! και η μάνα της έγινε κατακόκκινη από εγωισμό κι από ντροπή που είχε αναστατώσει όλον τον κόσμο με τις υστερίες της και τις θεωρίες της περί συνωμοσίας.

»Έτσι, λοιπόν, ποτέ μου δε θεώρησα ότι η Περσεφόνη είχε χαθεί, αφού έσφυζε από ζωή και ήταν παντού και πουθενά εκεί που ήταν, βασίλισσα του φωτός στα πιο περίεργα μέρη, αόρατη για τους εχθρούς, γλυκιά για τους φίλους, όπου συρματόπλεγμα να το ξηλώνει, όπου χωρισμός να τον ενώνει, όπου συναυλία να δίνει το ρεύμα, όπου λουλούδι να το υγραίνει, όπου αρρώστια να πηγαίνει κι όπου πίκρα να πασπαλίζει με ζάχαρη.

»Βασικά, όλοι-πλην μίας- χαρήκαμε καταβάθος που έτσι διάλεξε και δεν επέστρεψε -χωρίς ωστόσο αποδεδειγμένα να έχει λείψει και ποτέ- και, παρακαλώ πολύ, να ληθφεί σοβαρά υπόψη ετούτη μου η μαρτυρία.»

 

(Εδώ το πρώτο και το δεύτερο μέρος του διηγήματος)

 

Copyright © 2017. Athina Zografaki, All rights reserved.

 

 

 

 

 

Δίχως Σχόλια

Αφήστε το σχόλιό σας.