About Athina


- Born in Patras in 1986
- Finished her Bachelor Degree in Greek Philology in 2009 (University of Patras), followed by a Master Degree in Language Studies in 2010 (Lancaster University, U.K.)
- Left her Ph.D. Degree after 5 years of study (University of Athens), for all the reasons of the world, grateful for the broad knowledge she gained throughout the process.
- Worked in the private sector as a creative writer, editor, and proofreader for 4 years (Athens, 2011-2015) but then, again, she changed her mind.

She reads and writes a lot. Really. In fact, that’s the only thing she has never stopped doing since she was a child.
Her personal literary efforts constitute a whole parallel universe where she experiments, transforms and transmutes whatever makes her feel provoked.
She always works in the energetic sphere of her eternal beloved, who accompanies her from life to life, from plane to plane, from one path to another.
But eventually, she had to overcome it and learn to live “without”.
Now she’ s free, she can wholeheartedly continue with her exploration.

“To begin with an A,
To finish with it,
With no circle having being made
But a whirlwind.”

Να τ’αφήσω ή να το σβήσω…;

20171024_132300

Να τ’αφήσω ή να το σβήσω…;

Τον είδα να έρχεται -μάγουλα μπασμένα, σακάκι στενό, πολυκαιρινό πουκάμισο, μαύρα μαλλιά, χωρίστρα δεκαετίας ’30, μουστάκι κρεμασμένο πάνω απ’ τα χείλη- μέσα σε μια βάρκα, με κουπί μονό που έπιανε κι άφηνε το νερό μαλακά σα σπάτουλα. Ερχόταν από έναν καιρό ειρηνικό και κίτρινο, όμοιο με καλοκαίρι που, Οκτώβρης, και ξέμεινε. Ερχόταν προς το μέρος μας, στην αποβάθρα.

Εθνική εορτή. Οι παρελάσεις. Μίνι και σημαία. Και ποιος την κρατάει; Άσπρος, μαύρος, κίτρινος ή κόκκινος; Μιλάει τα ελληνικά; Ή είναι μετανάστης τρίτης – τέταρτης γενιάς; Ή μήπως ρομά; Τα αεροπλάνα σκίζουν τους αέρηδες – κάποιοι από κάτω καβλώνουν, καβλώνουν πολύ από την επίδειξη δύναμης – κι έπειτα, αμολάνε τα περιστέρια, σύμβολα της επιλεκτικής ειρήνης των δυνατών έναντι των αδυνάτων και από κάτω χαμογελούν όλο αγαλλίαση.

Το γεγονός ότι ήμασταν, είμαστε και θα συνεχίσουμε να είμαστε ένα ιδιόμορφο, πειραματικό προτεκτοράτο, ειδική οικονομική ζώνη-κράτος που όλα ισχύουν και δεν ισχύουν την ίδια στιγμή ελέω δανειστή, σβήνει για λίγο, μέσα στη βαβούρα από τα αεροπλάνα, τις φωτογραφίες με τα λαχταριστά κοριτσίστικα μπουτάκια, την περηφάνια «ο γιος μου, η κόρη μου, να κοίτα!» λες και είναι απόλυτα φυσιολογικό να παρελαύνουν στρατιωτικά τα νιάτα μιας χώρας.

Τα βλέπεις, παππού Νίκο; Τι ήρθες να δεις στην αποβάθρα μας; Τέλεια δεν είναι όλα; Εσείς πολεμήσατε, εσείς πεινάσατε, εσείς εκτελεστήκατε, αλλά εμείς… εμείς… ε; τα βλέπεις; Όλα καλά! Τι ήρθες να κάνεις στην αποβάθρα μας; Τέλειωσε ο πόλεμος, παππού Νίκο, που σε αναγνωρίζω μόνο από μια φωτογραφία κι εσύ με ξέρεις ποιος ξέρει από πού κι έρχεσαι στον ύπνο μου. Τέλειωσε ο πόλεμος! Ήρθε η ευημερία και η δικαιοσύνη στη χώρα μας, παππού Νίκο, δεν χρειάζεται ν’ ανησυχείς! Οι αγώνες σας πιάσαν τόπο.

Κι αν σας κάλεσαν οι Γερμανοί με τις κουβέρτες σας στο λόφο- το ‘χε δει τ΄όνειρο τότε, παιδούλα, η αδερφή σου η Καλή, «έβλεπα το λόφο γεμάτο αίματα, μεγάλο κακό θε να γίνει, μάνα…» ήσασταν σπουδαία αντίποινα, παππού Νίκο, στην κρεατομηχανή που πρόσταζε να θαφτεί ένα συγκεκριμένο μέρος της ανθρωπότητας από ένα άλλο μέρος της.

Εκεί λοιπόν που περπατούσα τις προάλλες, αμέριμνη θα έλεγε κανείς αν μ’ έβλεπε -αλλά εσύ, από εκείνο το μακρινό κίτρινο καλοκαίρι που με βλέπεις, ξέρεις πως δεν είναι αλήθεια- είδα αυτό το σύνθημα γραμμένο σε μια βιτρίνα, με κόκκινα γράμματα, από τα τσουτσέκια μιας νέας, αμερικανικής προέλευσης ναζιστικής οργάνωσης, που προσπαθεί να απλωθεί και εδώ:

«ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ

ΑΝΤΙΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ

ΕΘΝΙΚΟΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ

Η ΜΟΝΗ ΛΥΣΗ «

Βλέπεις, τα χρυσάυγουλα και οι σώρρες κάθε λογής εξυπηρέτησαν ό,τι ήταν να εξυπηρετήσουν, φάγανε λάχανο κι έναν άνθρωπο, τραυμάτισαν ελεύθερα όποιον περαστικό τους βρόμαγε η μασχάλη του και κέρδισαν επάξια της θέση τους στο ελληνικό κοινοβούλιο, που σήμερα σας τιμά εν χορδαίς και οργάνοις. Α, και παρήγγειλαν κι άλλα όπλα, αντιπροχτές, παραπροχτές και χτες, μέρες που ‘ναι.

Και τώρα, κατάλαβα. Η κόκκινη μπογιά μού μίλησε ξεκάθαρα: Ήρθε η ώρα να περάσουμε στα σκληρά. Κόκκινα γράμματα, τους μπαγάσηδες, που είναι και πολύ επαναστατικό και φοριέται πολύ τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας, δικαίως και αδίκως.

Και τώρα, παππού Νίκο, να σου κάνω ένα μάθημα δημοκρατίας, γιατί έχεις μείνει πίσω. Στη δημοκρατία νέας κοπής, λοιπόν, εμείς, ο παντοδύναμος και κυρίαρχος λαός, καλούμαστε να ψηφίσουμε ποια κυβέρνηση -δεξιά ή αριστερή, δεν έχει και τόσο σημασία- θα εφαρμόσει καλύτερα το νόμο του δανειστή, σε ένα ιερό και απαραβίαστο τρίπτυχο τραπεζών – οίκων – βιομηχάνων, κάτι σαν αγία τριάδα της συμφοράς.

Είμαστε δε τόσο προχωρημένοι που, όλες οι βίες, είναι καταδικαστικά εξισωμένες, από όπου κι αν προέρχονται, με αποτέλεσμα, αν ό μη γένοιτο ο λαός μας θελήσει «να αντιτάξει βία στη βία», όπως είπε στη δίκη του και ο Μπελογιάννης κι όπως κάνατε κι εσείς, που ανεβήκατε στα βουνά και στήνατε μπλόκα και ενέδρες στα Ες-Ες, να λογίζεται άδικος ο αγώνας του και ωμή βία, που δεν ταιριάζει στο σημερινό ευρωπαϊκό πολιτισμό μας.

Στη δημοκρατία νέας κοπής, παππού Νίκο, όλοι είναι ελεύθεροι να εκφράζουν της γνώμη τους, -τεκμηριωμένη ή ατεκμηρίωτη, γούστο τους και καπέλο τους, ποια ιστορία, στο φακό να γράφει καλά- να μιλούν για το τίποτα, το πολύ, το λίγο, το καθόλου, το μισό, το ολόκληρο, το οτιδήποτε τέλος πάντων, αναλόγως και των χρημάτων που θα πέσουν και ξέχνα τα αυτά τα σταλινικά που ήξερες, εμείς είμαστε πολύ ελεύθεροι σήμερα εδώ. Τι θες και τριγυρνάς στην αποβάθρα μας, ε; τι θες;

Χαμογελούσε συνεσταλμένα, σαν να ντρεπόταν να δείξει τα κοντά του δόντια κάτω απ’ το μουστάκι, χαμογελούσε κι ερχότανε. Εκεί ήμασταν λέει μαζεμένοι τα αδέρφια μου, ο ξάδεφος, ο πατέρας μου κι εγώ, όλοι οι αρσενικοί κι εγώ μαζί. Πίσω του, το κίτρινο μακάριο καλοκαίρι. Επιστράτευση. «Δεν έχει νόημα ποιος, όλοι οι άντρες θα πάνε» και συνέχισε να χαμογελάει σαν να μας έλεγε ότι θα πάμε εκδρομή. Έτσι τους είχαν πει και οι Γερμανοί, «περίπατο θα σας πάμε, πάρτε μαζί σας τις κουβέρτες σας και μια αλλαξιά», έδωσαν στους ντόπιους να μηνύσουν στους Καλαβρυτινούς.

Έτσι λοιπόν, για να σου συνεχίσω, όλοι είναι ελεύθεροι σήμερα στη χώρα μας, και διαπνεόμαστε πλέον από ένα είδος σπάνιας και δυσεύρετης ανωτερότητας – δεν ξέρω αν εσείς που περάσατε στη χώρα του κίτρινου καλοκαιριού τα βλέπετε αλλιώς και αν θα συμφωνούσατε με τις λέξεις που χρησιμοποιώ, όμως δε θέλω να ασκήσω βία, καταλαβαίνετε – που αφήνουμε τους τοίχους και τα τζάμια μας -ελεύθερα πάντα- να τα γεμίζουν οι Ναζήδες (παλιοί ή νέοι, ακόμα προσπαθώ να καταλάβω τη διαφορά στα έργα) ολοπόρφυρες, φανταχτερές, στιβαρά χαραγμένες, που δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία για την πρόθεση και το είδος της «μόνης λύσης» που προσφέρουν, ναζιστικές σβάστικες, με περισσή υπερηφάνεια γιατί, σε τελική ανάλυση, και ο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ γέμιζε το κενό των χώρων και των στομαχιών και ασκούσε κι εκείνος βία και είστε, πώς να το πω, το ίδιο.

Καλά που κόπιασες στην αποβάθρα μας για λίγο, να τα βλέπεις αυτά και να μαθαίνεις. Χαμογελάς από περηφάνεια κι εσύ, ε; Ήμουνα σίγουρη!

Ναι, παππού Νίκο, σωστά κατάλαβες: Στην ελευθερία που έσταξε σαν αίμα από τα δικά σας κιτρινισμένα πολυκαιρινά πουκάμισα, τα δικά σας καμένα σπίτια, από τα κομμένα βυζιά των κοριτσιών και τα δάχτυλα και τα βγαλμένα δόντια σας, από τη δική σας βεβαίως – βεβαίως- βηχαλάκι ένοπλη βία στη βία του ξένου κατακτητή και του ντόπιου ρουφιάνου, μπορούμε εμείς σήμερα ελεύθερα να αφήνουμε τους σημερινούς ξένους οικονομικούς κατακτητές, τους ντόπιους συνεργάτες τους και τους Ναζήδες να μας κατσικώνονται στο σβέρκο και να κάνουμε πως δε βλέπουμε τις σβάστικες όλων των λογιών που ήρθανε σιγά – σιγά και δέσανε με την καθημερινή μας ανέμελη βόλτα.

Και έτσι μαλακά όπως ήρθε, σα για να μην κάνουν θόρυβο τα χρυσά νερά, σα για να μη σκάσει το κίτρινο μακρινό καλοκαίρι σε άπειρες ανάερες φουσκάλες, με το μονό κουπί που βυθιζότανε γλυκά σα σπάτουλα σε τρυφερή χαραμάδα γυναίκας, έτσι, χαμογελώντας, αφού στάθηκε λίγο κοντά μας ν’ αγκαλιάσει με το προστατευτικό του βλέμμα τα κεφάλια μας, να μας φυλάξει κάπως από όλον αυτόν τον ελεύθερο πόλεμο, χωρίς να μας αγγίξει, πήρε την όπισθεν – μου φάνηκε πως η βάρκα υπάκουε στο λιγνό ξερακιανό του σώμα – κι άρχισε πάλι να απομακρύνεται αργά, μακάρια ν’ αποτραβιέται, πίσω στο καλοκαίρι που τον είχε φέρει, χωρίς να μας γυρίσει την πλάτη του, ανώτερος, ξάστερος κι αναπαμένος πια, που τότε, είχε κάνει ό, τι θεώρησε καλύτερο και ό, τι μπόρεσε, στα όρια του δυνατού και τ’ ανθρώπινου.

Παππού Νίκο, η μοντέρνα μου βολικιά δημοκρατία ούτε τα ονόματά σας στο στύλο δεν άφησε να γράψουν, γιατί, όπως έλεγε και ο ετεροθαλής αδερφός σου στο αίμα και στα όπλα, παππούς Παναγιώτης ο Χάρος – που δεν υπέγραψε ποτέ κι ούτε έχαψε την παραμύθα ότι κάποιοι πρέπει να υπογράψουν για να βγουν έξω να «συνεχίσουν τον αγώνα» -, δεν ήσαν όλοι τους οργανωμένοι στο χωριό και οι ντόπιοι προύχοντες δεν έβλεπαν με καλό μάτι το αντάρτικο, ότι δήθεν μόνο μπελάδες θα τους έφερνε και «να τα μας τώρανες!» με την εκτέλεση, τον εμπρησμό στο σχολείο και τα συναφή.

Ε, λοιπόν, οι ίδιες σβάστικες που σας χαράκωσαν και σας ρήμαξαν, ναι, αυτές οι νέες, που δεν έχουν καμία διαφορά με τις παλιότερες, κυκλοφορούν ανέμελα ελεύθερες στο μυαλό και στα χέρια κάποιων και άρα, και στις τζαμαρίες όλων των υπολοίπων που, ελεύθερα φοβισμένοι μη φάνε κανά λοστό στο κεφάλι, τις αφήνουν – γιατί είμαστε ελεύθεροι και να φοβόμαστε, ξέρεις, εμείς εδώ, υπέροχα στεκούμενοι στην αποβάθρα μας.

Έτσι όπως τον έβλεπα να απομακρύνεται απαλλαγμένος και ανάλαφρος με τη βάρκα του, μου φάνηκε πως ίσως μας συγχώρεσε που τόσο αμελήσαμε και βγήκαν πάλι από τις τρύπες τους οι Ναζήδες, μέσω ιστορικών εξισώσεων και με αντοχές κατσαρίδας. Ο δολοφόνος του Φύσσα να είναι έξω και η Ηριάννα, χωρίς τεκμήριο ικανό που να συστήνει οποιαδήποτε εγκληματική πράξη – εξόν του ότι ανήκε η ίδια και ο σύντροφός της στον αντιεξουσιαστικό χώρο που απειλεί τη «δημοκρατία» μας – να είναι πίσω από τα κάγκελα. Εντάξει, μπορεί εμένα να ήθελα να μου φανεί πως μας συγχώρεσε.

Σβάστικες, σβάστικες παντού, αλλά επειδή δεν είμαστε εμείς χαμερπείς και συντηρητικοί όπως εκείνοι, αλλά ανώτεροι και ελεύθεροι, στη δημοκρατία νέας κοπής, εδώ, είναι όλα ωραία και δίκαια, παππού Νίκο, και ίσως, δεν έπρεπε να έρθεις να μας αναστατώσεις με τούτα και με κείνα.

Παππού Νίκο…
Nα τ’ αφήσω ή να το σβήσω…;

 

Copyright © 2017 Αθηνά Ζωγραφάκη All rights reserved».

 

 

 

 

Δίχως Σχόλια

Αφήστε το σχόλιό σας.