About Athina


- Born in Patras in 1986
- Finished her Bachelor Degree in Greek Philology in 2009 (University of Patras), followed by a Master Degree in Language Studies in 2010 (Lancaster University, U.K.)
- Left her Ph.D. Degree after 5 years of study (University of Athens), for all the reasons of the world, grateful for the broad knowledge she gained throughout the process.
- Worked in the private sector as a creative writer, editor, and proofreader for 4 years (Athens, 2011-2015) but then, again, she changed her mind.

She reads and writes a lot. Really. In fact, that’s the only thing she has never stopped doing since she was a child.
Her personal literary efforts constitute a whole parallel universe where she experiments, transforms and transmutes whatever makes her feel provoked.
She always works in the energetic sphere of her eternal beloved, who accompanies her from life to life, from plane to plane, from one path to another.
But eventually, she had to overcome it and learn to live “without”.
Now she’ s free, she can wholeheartedly continue with her exploration.

“To begin with an A,
To finish with it,
With no circle having being made
But a whirlwind.”

Υπουργείο Ευτυχίας (4)

Υπουργείο Ευτυχίας (4)

«Έλα, Νάντια, πού σε βρίσκω;»

«Πού να με βρίσκεις, δηλαδή; Στο δρόμο, έξω απ’ το σουπερμάρκετ.»

«Ωραία, μίλησες με εκείνο το αυτοχρηματοδοτούμενο ηλεκτρονικό μέσο ενημέρωσης που έλεγες;»

«Ναι, η Βέτα η Προκόπη είπε ότι θα μιλούσε στον υπεύθυνο του εγχειρήματος, Κώστα Παζαΐτη*, απευθείας.»

«Πώς την είδες;»

«Πολύ θετική, ξέρεις, έχουν ένα μοντέλο εντελώς διαφορετικό από τα συνηθισμένα, άμεσες επικοινωνίες, συνεχής ροή ειδήσεων από Ελλάδα και εξωτερικό, αξιόλογες ανταποκρίσεις και τα συναφή.»

«Χρηματοδότηση;»

«Αυτοχρηματοδοτούμενοι, ως επί το πλείστον, συν ό, τι μαζεύεται στον κορβανά της λεγόμενης πλατφόρμας.»

«Ποιας πλατφόρμας;»

«Ουσιαστικά, υπάρχει μια σταθερή ομάδα προσώπων που χρηματοδοτούν με βάση μια μηνιαία δωρεά.  Φίλοι, γνωστοί, δημόσια πρόσωπα που στηρίζουν το εγχείρημα και οι ίδιοι οι αναγνώστες και τηλεθεατές του μέσου.»

«Και οι τράπεζες;»

«Καλή ερώτηση: Όχι, δε χρηματοδοτούνται από κανέναν τραπεζικό όμιλο μέχρι στιγμής και το έχω ψάξει, γιατί και εμένα στην αρχή μου έκανε εντύπωση. Ξέρεις πως είναι το δημοσιογραφικό τοπίο…»

«Βρομάει. Από δύο συνεντεύξεις τύπου που κλήθηκα να δώσω, μπορώ να θυμηθώ» ξίνισε τα μούτρα του.

«Ακριβώς. Αν όμως μπεις μέσα στο website τους, θα δεις ότι τα γνωστά μπλε, πράσινα και κίτρινα διαφημιστικά παραθυράκια,  με τα άρθρα – αφιερώματα στους οικονομικούς δείκτες και τις κοινωνικές ευθύνες λείπουν. Πρόσφατα, μάλιστα, δημοσίευσαν ορισμένα γραφήματα που κατήγγειλαν, ουσιαστικά, τις σχέσεις «αμοιβαίου οφέλους» μεταξύ των εγχώριων τραπεζών και των υπόλοιπων μέσων ενημέρωσης.»

«Μα, καλά, και… αντιδράσεις; Δεν είναι απλό να κάνεις κάτι τέτοιο…»

«Ας ελπίσουμε οι αντιδράσεις να μην έρθουν αργότερα… έμμεσα.»

«Τι εννοείς;»

«Υπάρχουν πολλών ειδών σαμποτάζ και αντιρρήσεις, Δήμο. Λεκτικές και μη. Στην πορεία συνήθως βγαίνουν αυτά, όταν μιλάμε για τέτοιου είδους αποκαλύψεις. Να, ας πούμε, μέρος του ρεπορτάζ αυτού που σου ανέφερα, μιλούσε ανοιχτά για το πώς οι μεγάλοι τραπεζικοί όμιλοι, όταν εξαγοράζουν ή εγγυώνται για ένα μέσο ή εταιρία μεγάλου βεληνεκούς, μέσα στους όρους εμπερικλείουν και δεσμεύσεις για τηλεοπτικές καμπάνιες και διαφημιστικές προβολές, τις οποίες αναλαμβάνουν εταιρίες επικοινωνίας και διαχείρισης κινδύνου που είναι ουσιαστικά θυγατρικές δικές τους. Κι έτσι, το όλο σύστημα κάνει έναν κύκλο. Και μιλάμε για πολλά εκατομμύρια, Δήμο, πολλά.»

«Από αυτά που μου περιγράφεις, φαίνεται να είναι ο άνθρωπος που χρειαζόμαστε.»

«Ή και όχι. Βασικά, πού θες να το πας το πράγμα, Δήμο; Πόσο θες να το τραβήξεις; Αν έχουν αυτούς στην μπούκα και εσένα ήδη σε κοιτούν με μισό μάτι, φαντάσου να σας δουν να συνεργάζεστε…»

«Πώς τον είπες τον υπεύθυνο;»

«Κώστα Παζαΐτη… Για την ακρίβεια, είναι η καρδιά του εγχειρήματος.»

«Ωραία, στείλε μου τα στοιχεία και θα μιλήσω μαζί τους το γρηγορότερο. Α, μην το ξεχάσω, για μια Τέση Αργυροπούλου, τι μπορούμε να μάθουμε;»

«Μάλιστα… Μια άλλη πλατφόρμα διαδικτυακής ενημέρωσης, το “Storyline”, το ξέρεις;»

«Δεν έχω ακουστά κάτι…»

«Που κάνει και αυτό ερευνητική δημοσιογραφία και στηρίζεται και αυτό σε συνδρομές μελών και λοιπά και λοιπά. Μα καλά, βρε Δήμο, γραμματειακή υποστήριξη δεν έχεις;» άκουσε τη φωνή της να γελάει μέσα από το ακουστικό.

«Τι μου συζητάς τώρα, είμαστε  σοβαροί;» έσφιξε τη φωνή του μέσα στα δόντια του.

«Και τι θα κάνεις; Πώς θα προχωρήσεις έτσι;» του είπε εκείνη με προβληματισμό.

«Κοίτα, καλύτερα να τα λέγαμε από κοντά άμεσα, πότε μπορείς;»

«Αύριο, το απόγευμα, Τετάρτη, να έχει γυρίσει κι ο Γιάννης. Κατά τις 7.00;»

«ΟΚ, θα περάσω τότε.»

Ένας ντροπαλός βηματισμός τον έκανε να σηκώσει το βλέμμα. Ένα δεκαεξάχρονο παιδί, λεπτοκαμωμένο, με ξανθό ιδρωμένο χνούδι στο μέτωπο και στρογγυλά μάτια, στεκόταν μπροστά του και τον κοιτούσε.  Ανασηκώθηκε κάπως σε ένδειξη σεβασμού, του έκανε νεύμα να κλείσει την πόρτα και να καθίσει.

«Με συγχωρείτε…» του είπε ο νεαρός και ασυνείδητα σκούπισε τις ιδρωμένες του παλάμες πάνω στις τσέπες του τζιν του. Μπόρεσε να προσέξει ένα μικρό κοκκινωπό λεκέ στη λευκή του μπλούζα και τα μανίκια του κάπως φαγωμένα τις άκρες.

«Λοιπόν, σε κλείνω τώρα και σε ευχαριστώ.»

«Δεν κάνει τίποτα, Δήμο. Με την Έλλη, τι να κάνω; Ήρθε και με βρήκε προχτές. Επιμένει πως θέλει να τα ξαναβρείτε. Σε συγχωρεί, λέει.»

Μόρφασε με ένα τσίμπημα στο στήθος. Ο νεαρός απέναντι έπαιζε κάπως ανυπόμονα τα πόδια του, σημάδι ότι δεν του άρεσε που τον καθυστερούσαν.

«Άλλη στιγμή, Νάντια, δεν μπορώ τώρα…»

«Οκ, τα λέμε…»

«Εμένα με συγχωρείς. Σε καθυστερώ από το ωράριό σου, ε;»

Το παιδί τον κοίταξε κάπως φοβισμένο και χαμήλωσε το βλέμμα του μην ξέροντας τι να απαντήσει.

«Ε, τι να σας πω, κύριε υπουργέ, ωράριο… ποιο ωράριο; Αλλά…»

«Αλλά;»

«Αλλά, έτσι είν’ αυτές οι δουλειές.»

«Έτσι νομίζεις;»

Το παιδί τον κοίταξε αβοήθητο και στραβοκατάπιε. Τα φρύδια του πιέστηκαν παράπονο που το κοροϊδεύουν.

«Έτσι ξέρω.»

«Πόσο καιρό δουλεύεις στην καφετέρια;»

«Δύο χρόνια περίπου. Όσο να τελειώσω το νυχτερινό» κι έξυσε το λαιμό του στο πλάι, μην μπορώντας να σταθεί στην αναπάντεχη περίσταση. Ένιωσε τον άντρα που στύλωνε εξεταστικά τα μάτια του πάνω του να εγκλωβίζει κάθε του κίνηση. Το πρόσωπό του ήταν ισορροπημένο, με νεανικά χαρακτηριστικά, με μια αόριστα μαγκωμένη αίσθηση – δεν πρέπει να είναι και πολύ μεγάλος, σκέφτηκε τέλος, και ξεφύσησε.

Είδε το μαγκωμένο στόμα τελικά να του χαμογελά.

«Είναι λογικό να απορείς που σε κάλεσα εδώ, αλλά να, σε λίγο καιρό δε θα στεγαζόμαστε πια εδώ, θα μετακινηθούμε.»

Το απορημένο πρόσωπο του νεαρού άλλαξε σε μια παρακλητική έκφραση. Έτεινε το πόδι του μπροστά, σαν να ήθελε να σπάσει με το δικό του τρόπο το κοίταγμα που τον αγκύλωνε.

«Συγνώμη, κύριε υπουργέ, αλλά ήδη έχω αργήσει και ειλικρινά, δεν καταλαβαίνω πώς γίνεται η μεταστέγασή σας να με αφορά. Τι… τι θέλετε από μένα;»

«Να σε ρωτήσω αν ξέρεις αγγλικά.»

«Ορίστε;»

«Ναι, αυτό ακριβώς.»

«… Γνωρίζω αρκετά καλά αγγλικά. Πηγαίνω τα καλοκαίρια και στα νησιά…»

«Και τι σκέφτεσαι να κάνεις μετά;»

Το αγόρι αναστέναξε και κοίταξε κάτω, πιέζοντας τα χείλια του.

«Ήθελα να μπορέσω κι εγώ να δώσω εξετάσεις… Να δοκιμάσω, τουλάχιστον, μήπως και μπω κάπου…»

Ο Δήμος έπαιξε τα βλέφαρα του ελαφρά, σαν κάτι να ‘σπασε. Του ήρθε στο μυαλό ξανά εκείνη η αίσθηση περήφανης ανημπόριας που του είχε προκαλέσει το ασουλούπωτο κτίριο που θα γινόταν το υπουργείο του. Πήρε μια εσωτερική αναπνοή, μεγάλωσε τα ρουθούνια του και την εκτόνωσε αθόρυβα προς το μέρος του εύθραυστου αγοριού. Τρυφερότητα.

«Ναι, αλλά προλαβαίνεις, και δουλειά και διάβασμα;»

«Όχι πάντα, κύριε. Αλλά προσπαθώ…»

«Πώς σε λένε;»

«…Δημήτρη.»

«Εντάξει. Μπορείς να πηγαίνεις τώρα.»

Το αγόρι σηκώθηκε αργά και προχώρησε προς την πόρτα. Λίγο πριν την ανοίξει, γύρισε και, διστάζοντας λίγο, είπε:

«Πάντως, εμένα μου άρεσε που κάποιος σκέφτηκε και την ευτυχία σε αυτή τη χώρα. Είναι σαν να με σκέφτηκε κι εμένα.»

Και πέρασε έξω, αφήνοντάς τον εμβρόντητο.

Τώρα ήταν η σειρά του να ξεροκαταπιεί. Από τον Ιανουάριο μέχρι σήμερα, οι μήνες τον είχαν προσπεράσει αφήνοντάς τον πιο ξερό κι από καλάμι, να παλεύει για κάτι που τον άφηναν να πιστεύει πως μόνο στο μυαλό του μπορούσε να υπάρξει και με λιγοστή βοήθεια από το περιβάλλον του. Η ειρωνεία και η αμφισβήτηση είχαν ποτίσει με χολή το πιο λευκό τριαντάφυλλο της σκέψης του. Κάθε αρνητικό σχόλιο, καρφίτσα που έσκαγε με κρότο την πολύτιμη κάψουλα προστασίας γύρω του και τον άφηνε γυμνό.

Το «δεξί του χέρι» να ποστάρει σουτζουκάκια στο φέισμπουκ, να πληρώνεται αδρά για να κανονίζει δοτά ραντεβού με ό,τι θα μπορούσε να εκπροσωπεί μια Τέση και, ένας, δύο, τρεις, Δημήτρηδες – και δε θα ‘χαν και το κορίτσι τους ή μια αδερφή, τη Μαριλένα; λέγοντας- όλοι οι Δημήτρηδες και οι Μαριλένες της χώρας, να παλεύουν να βγάλουν πέρα τα όνειρά τους, σαν γραφή κιμωλίας πάνω σε τοίχο που σε λίγο θα σβηστεί με τη βροχή- γιατί ακόμα δεν μπορούν να γράψουν στη ζωή τους με ανεξίτηλο μελάνι, τρόπο και σκοπό.

Και η Έλλη να λιμάρει κρυφά ελπίδες συγχώρεσης και επανασύνδεσης, μιας αγάπης – μαξιλάρι, μαλακής, βολικής και συμφέρουσας -ότι όλα ήταν σωστά- και αυτός να λυπάται, να λυπάται που είχε γίνει έτσι.

«Πάντως, εμένα μου άρεσε που κάποιος σκέφτηκε και την ευτυχία σε αυτή τη χώρα. Είναι σαν να με σκέφτηκε κι εμένα.»

Το κουρασμένο κουράγιο, το τριμμένο μανίκι, η προσπάθεια για ζωή μέσα από τους καφέδες και τους λεκέδες, είχανε κάτσει βάλσαμο πάνω σε κάθε αγριεμένη του αμυχή. Έκλεισε τα μάτια. Επανέφερε τη ντροπαλή ηχώ που μαλακά σαν να του σμίλευε ξανά όλα τα διαλυμένα μόρια της πιο δικής, πιο μαγικής του κάψουλας.

Η προσδοκία τους τον γλύκαινε την ίδια στιγμή που τον ξεπερνούσε. Και η ευτυχία των ανθρώπων να γράφεται μια στιγμή κι ύστερα να χάνεται, κιμωλία που κάνεις δεν είχε μπορέσει να μονώσει από τη βροχή.


*Εμπνευσμένο από την ειλικρινή και πρωτοπόρα προσπάθεια της ομάδας του The Press Project (TTP) και αφιερωμένο στον Κώστα “Εφήμερο” που δόθηκε ολοκληρωτικά στο όνειρό του, αφήνοντάς το παρακαταθήκη σε όλους τους υπόλοιπους. Για να ενημερωθείτε, ενισχύσετε, στηρίξετε, πατήστε εδώ.

 

Copyright © 2017. Athina Zografaki, All rights reserved.

Δίχως Σχόλια

Αφήστε το σχόλιό σας.