About Athina


- Born in Patras in 1986
- Finished her Bachelor Degree in Greek Philology in 2009 (University of Patras), followed by a Master Degree in Language Studies in 2010 (Lancaster University, U.K.)
- Left her Ph.D. Degree after 5 years of study (University of Athens), for all the reasons of the world, grateful for the broad knowledge she gained throughout the process.
- Worked in the private sector as a creative writer, editor, and proofreader for 4 years (Athens, 2011-2015) but then, again, she changed her mind.

She reads and writes a lot. Really. In fact, that’s the only thing she has never stopped doing since she was a child.
Her personal literary efforts constitute a whole parallel universe where she experiments, transforms and transmutes whatever makes her feel provoked.
She always works in the energetic sphere of her eternal beloved, who accompanies her from life to life, from plane to plane, from one path to another.
But eventually, she had to overcome it and learn to live “without”.
Now she’ s free, she can wholeheartedly continue with her exploration.

“To begin with an A,
To finish with it,
With no circle having being made
But a whirlwind.”

Επέστρεφε…

Επέστρεφε…

Στεκόταν από μακριά και τον κοιτούσε ώρα τώρα. Άφηνε τον αέρα να της αντιγυρνά τα μαλλιά στο πρόσωπο, κι ούτε έκανε έτσι με το χέρι να δει καλύτερα, τον παρατηρούσε απ’ ανάμεσα. Με το ένα της πόδι προτεταμένο, ίσα που οι δυο μηροί της έκαναν ένα καμπυλωτό εσωτερικό δέλτα, άφηνε τα χέρια της κάτω άπρακτα σαν κλαδιά, με άρνηση να πάρει μια οποιαδήποτε στάση.

Εκείνος δεν την είχε προσέξει. Σκυφτός μέσα στα χόρτα, έσκαβε με τα χέρια του γυμνά κι ανασκάλευε τα χώματα με τα νύχια μαυρισμένα. Έγερνε το κεφάλι μι’ αριστερά μια δεξιά, σήκωνε καμιά ρίζα στον αέρα σαν να την επέπληττε βουβά κι έπειτα την ξανάβαζε πίσω, τουπιάζοντας το χώμα με τις χούφτες του. Εκείνη μπορούσε να ακούσει το ντουπ – ντουπ, σαν κοχύλι που το είχε μπουκώσει η θάλασσα κι έβηχε να βγάλει ήχο.

Ο ήλιος τον βάραγε κατακούτελα και τον ζεμάταγε στο λαιμό και τους ώμους, που τώρα καμπυλώναν και διέγραφαν μια νέα μυώδη κίνηση, κάτι άλλο παραδίπλα του που είχε κουνηθεί, κουνάβι να ‘τανε ή φίδι, τον είχε κάνει να συνοφρυωθεί και να σαϊτίσει μια νοητή ενδοβολή στο πράγμα που κουνιότανε νευρικά και του χαλούσε την ηγεμονία. Ο αέρας προσπαθούσε να του στεγνώσει τους κροτάφους, μα τα μαλλιά του πέφτανε άτσαλα πάνω χωρίς ν’ αφήνουν.

Κι ότι είχε γείρει εξεταστικά το μούτρο του, με τα γένια του να τρίβονται στα μάραθα, σαν μια οσμή να τον τραβούσε σ’ αυτό το άγνωστο κάτι που ανάδευε για να τον προκαλέσει, να’ σου μια σκνίπα πετάχτηκε από ‘να ρείκι διπλανό και γύρεψε να μπει μες στο ρουθούνι του.

«Άτιμα πλάσματα της γης, άτιμα, με ποιόνε πάτε να τα βάλετε, εεε;» και σκλήριζε μέσα απ’ τα δόντια του ρουθουνίζοντας και χτυπώντας τη μύτη του με τα χέρια λερωμένα, ώσπου, όπως είχε ανασηκωθεί χαμηλά πίσω στις φτέρνες του, έχασε την ισορροπία του κι έπεσε πίσω ανάσκελα, σιχτιρίζοντας τις τσουκνίδες που μπλεχτήκανε στις τρίχες του σβέρκου του και τον τσιμπούσαν.

Ένα γέλιο λευτερώθηκε από μέσα της, ένα γέλιο που το πήρε ο αέρας σφυριχτά και τ’ ακούμπησε στον εξωτερικό λοβό του αυτιού του, έπειτα του το γλίστρησε μαλακά στον εσωτερικό κι ύστερα το άφησε κυκλικά να κατακάτσει στο τύμπανο, απ’ όπου πήρε να κυλά πιο μέσα του, σε φλέβες και μυώνες κι αρτηρίες κάτω απ’ το δέρμα του που ανατρίχιασε. Ανασηκώθηκε κάπως ατσούμπαλα από τα χόρτα, φτερνίστηκε μια και δυνατή φορά για να ξεφορτωθεί τον εισβολέα και, σαν το λαγωνικό, εστίασε στο ρεύμα του αέρα που έφερνε τη νέα πληροφορία.

«Χρωματιστό και ελαφρύ», διαπίστωσε με ακρίβεια φυσιοδίφη, «με δόσεις πυρακτωμένης δροσιάς.» Ύστερα, απλώνοντας τον κορμό του και τα μέλη του σε πλήρη ανάταση, ορθώθηκε καρφωμένος στη θέση του, σαν δέντρο που περίμενε τον κεραυνό.

«Λες;» μια συλφίδα σκέψη ανέβηκε απ’ τα έγκατα της μέσα του γης, γλυκιά παραφωνία πίσω από το σοβά αγερωχότητας.

Εκείνη είχε αρχίσει να κατεβαίνει προς το μέρος του με βήματα ψαχτά κι ασύμμετρα, κρατώντας με το ένα χέρι τα μαλλιά της πίσω και με τ’ άλλο το φουστάνι της, που την εμπόδιζε να προχωράει με σιγουριά στο ανισόπεδο έδαφος. Το γέλιο της, όσο πλησίαζε, γινότανε χαμόγελο και, μέχρι να τον φτάσει σε απόσταση του ενός μέτρου, είχε σβήσει αχνά, αφήνοντας μικρές γραμμές στο πλάι των χειλιών της. Κι αφού διέτρεξε για μια στιγμή το σκιερό του ολόγραμμα, διέκρινε τα ίχνη μιας ανατριχίλας που μόλις είχε αρχίσει να σβήνει, τσιγκλώντας τον εκεί ψηλά, στη φλέβα του λαιμού του που χτυπούσε.

Στο μέσο της απόστασης από τα δυο τους σώματα, ο αέρας δεν έβγαζε άχνα κι εκείνο που πριν ανάδευε πειραχτικά μες στα χορτάρια, σιώπησε ακούνητο. Αγέλαστος και με θυμό ακόμα για τις τσουκνίδες που τον  κεντούσαν, έγειρε το βλέμμα του πάνω απ’ το πρόσωπό της, που τώρα είχε σταθεί σοβαρεμένο κι ανασήκωνε το πηγούνι του, ανήσυχο να βρει έναν φιλόξενο ίσκιο ανάμεσα στα βλέφαρα και τα χαμηλωμένα φρύδια του.

«Ποια είσαι εσύ;» τη ρώτησε καχύποπτα, σταυρώνοντας τα χέρια του μπροστά στο στήθος.

Εκείνη έκανε ακόμα ένα βήμα. «Έχεις μια τσουκνίδα εδώ» παρατήρησε κι έδειξε κάτω απ’ την αριστερή του κλείδα. Εκείνος δυσανασχέτησε, τινάζοντας μπουχτισμένα τα κοφτερά δοντάκια απ’ το δέρμα του.

«Το ξέρω! Έτσι κολλάνε πάντα! Βρίσκουν ευκαιρία και κολλάνε! Άτιμα πλάσματα, τους δίνεις τους, δίνεις, κι εκείνα, εκεί, να τρυπώνουνε εκεί που δεν τα σπέρνω!» είπε με άχτι και ρουθούνισε ξανά, βαραίνοντας τη φωνή του. «Αλλά δε μου λες ποια είσαι.»

Εκείνη τον κοίταξε στα μάτια στενάχωρα χωρίς να πει. Σάλιωσε ανεπαίσθητα τα χείλη της και τον πλησίασε ακόμα πιο πολύ, μ’ απόφαση – ούτε, με δείλιασμα – ούτε.

«Έχεις κι εκεί μία τσουκνίδα» διαπίστωσε πάλι και άπλωσε όσο μπορούσε τα δάχτυλά της προς τις ρίζες των μαλλιών του.

Εκείνος έβγαλε έναν απειλητικό ρόγχο κι απότομα της εμπόδισε το χέρι, κλειδώνοντάς το στη χούφτα του. «Τι θες, κορίτσι μου, μου λες; Από πού έρχεσαι και τις θες από μένα;» της είπε θυμωμένα κι έμεινε να την κρατάει σε απόσταση που έμοιαζε με κοντά.

Η επαφή με το δέρμα της τον δρόσισε. Η επαφή με το δέρμα του την καψάλισε.

«Ξέρεις ποιος είμ’ εγώ;» συνέχισε κι έφερε το πρόσωπό του αγριεμένο μπροστά απ’ το δικό της. Εκείνη μαζεύτηκε κάπως και μόρφασε με πίκρα.

«Ξέρω» του είπε.

«Και αν ξέρεις, όπως λες, τι έρχεσαι κοντά; Δεν ξέρεις πως εγώ δεν -τι κάθομαι και σου εξηγώ- εγώ απλά… δεν!»

«Δεν… τι;» επέμεινε αυτή, αναμειγνύοντας το βλέμμα της με το δικό του.

«Δεν… δεν… μπορώ να…» και ξαφνικά σταμάτησε καταπίνοντας το σάλιο του. «Δεν μπορεί… όχι, όχι! Δεν μπορεί…» τρεμούλιασε το γένι του. Ξέσφιξε τη λαβή του.

«Εγώ είμαι» του είπε το κορίτσι τρέμοντας. Τα μάτια του αφέθηκαν στις κοιλότητες των βλεφάρων της, στο τρεμούλιασμα των χειλιών της φωνηέντων που γλιστρούσαν μες απ’ τα σύμφωνα της ξερής του άρνησης, στους στρογγυλούς της ώμους που είχαν κουρνιάσει και στον παλμό του στήθους της που ανεβοκατέβαινε με αγωνία να τον βρει. Βουβή συγκίνηση σκαρφάλωσε απ’ τα σπλάχνα του, οι κόγχες του κοκκίνισαν αγριεμένο παράπονο.

«Τόσο γρήγορα με ξέχασες;»

«Δεν μπορεί να είσαι εσύ! Εκείνη πάει, χάθηκε, πάνε αιώνες που… χάθηκε, χάθηκε!» και τραβήχτηκε απότομα από κοντά της, γονατίζοντας με απόγνωση στο έδαφος.

Άρχισε να πιάνει ένα τα ζιζάνια και τις αγριομολόχες, λες και νανούριζε παιδιά το βράδυ πριν τον ύπνο: «Την τρόμαξα… Την τρόμαξα κι άρχισε να τρέχει… Πλήγωνε τα πόδια της στα βάτα, είχε λυθεί η κορδέλα της και τα μαλλιά της δεν την άφηναν να δει καθαρά… ποιος ήμουνα, τι είχα να της δώσω. Θυμάμαι , λίγο πριν βγει στην όχθη, σκόνταψε κι έκανα να τη βοηθήσω, είχε ματώσει τα δάχτυλά της απ’ το φόβο της. Και μόνο να τη ματώσω δεν ήθελα… Πόσο αχρείος, να μην προλάβω να της εξηγήσω!» και κοπάνησε τη γροθιά του στο έδαφος. «Νόμιζα θα πηδήξει στο ποτάμι να πνιγεί κι άπλωσα τα χέρια μου να την κρατήσω, όμως… ήταν αργά πια… Την έχασα μια για πάντα! Πάνε αιώνες… Δεν μπορεί να είσαι εσύ… δεν μπορεί… Γι’ αυτό, φύγε σου λέω! Φύγε μακριά! Άσε με ήσυχο με τις τσουκνίδες μου!»

Το κορίτσι δάκρυσε και έπεσε κάτω χαμηλά κοντά του, περνώντας τα δάχτυλά στα ανακατωμένα του μαλλιά, φιλώντας του κάθε μικρή και μεγάλη του αμυχή στο πρόσωπο.

Εκείνος την κρατούσε κι ακόμα δεν το πίστευε.

«Σύριγγα, κορίτσι μου, εσύ! Εσύ!»

«Ναι, Παν, γύρισα! Γύρισα…»

 

 

Copyright © 2017 Αθηνά Ζωγραφάκη All rights reserved».

 

 

 

 

Δίχως Σχόλια

Αφήστε το σχόλιό σας.