About Athina


- Athina Zografaki (Patras, 1986)
- B.A in Greek Philology (University of Patras, 2004-09)
- M.A in Language Studies (Lancaster University, 2009-10)
- P.hd. in Linguistics - not finished (Athens, 2011-today)
- Creative writer, editor, text reviser (Αθήνα, 2011-15)
- Next destination: Unknown

Her personal literary efforts constitute a whole parallel universe for her, where she experiments, transforms and transmutes whatever makes her feel provoked. She always works in the energetic sphere of her eternal beloved, who accompanies her from life to life, from plane to plane, from step to step, from one path to another.

“To begin with an a,
To finish with it,
With no circle having being made
But a whirlwind.”

Προχώρα, καβουράκο, σε λίγο ξημερώνει…

Προχώρα, καβουράκο, σε λίγο ξημερώνει…

Μια καθιερωμένη βόλτα. Αυτό χρειάστηκε. Σε ένα μικρό βιβλιοπωλείο της πόλης, από αυτά που νομίζεις πως οι ατέλειωτες σειρές με τα βιβλία θα καταπιούν όπου να ’ναι το βιβλιοπώλη. Που ενώ κάθεται αμέριμνος και ήσυχος, μιλώντας μ’ ένα φίλο και δε σε προσέχει, το καταλαβαίνεις πως είναι επιτακτική ανάγκη να απλώσεις το χέρι και να περιεργαστείς τα ράφια με τους τίτλους, για να τον ξελαφρώσεις κάπως. Κι ας μην το δείχνει, κι ας συνεχίζει να μιλάει με το φίλο, σε χρειάζεται.

Όλους μας χρειάζεται. Κι εμείς τον χρειαζόμαστε. Μη μείνουνε οι ώρες μας στεγνές. Μη λείψει η μακρινή εκείνη σκέψη που γράφτηκε να ‘ρθει να μας βρει, να μας χαϊδέψει το μάγουλο, να μας ξυπνήσει, κι εμείς την αγνοήσουμε και πούμε τίποτα δεν έγινε και σήμερα.

Γιατί για εμένα, το σίγουρο είναι ότι με αυτή τη βιβλιοβόλτα, κάτι έγινε. Έψαχνα καιρό να συγκεράσω δύο παράλληλους κόσμους που ζουν και αναπτύσσονται μέσα μου, σαν σιωπηλοί αναρχικοί που, σε πείσμα όλων των ιδεολογικών μηχανισμών, δε βάζουνε καμία φανερή φωτιά και δε ζυμώνονται στην άρνηση εκείνη που σπάει το ραβδί στη μέση˙ αντίθετα, σαν σύντροφοι παντοτινοί κοιτιούνται κατά μέτωπο και αγαπούν να βλέπουν ο ένας μες στα μάτια του άλλου την αλήθεια για μια τέτοια αναγκαιότητα: Τη λογοτεχνία και το μυστικισμό.

Με παίδευε καιρό μια τέτοια απόφαση, καθώς η μυστικιστική, απόκρυφη πλευρά του πνεύματός μού έδινε σταθερά και συνεχή σημεία μέσα στο χρόνο, όμως πάντα μέχρι τώρα άφηνα το πιο απτό, το πιο κατανοητό και το πιο εύκολα αποδεκτό (από εμένα την ίδια και τους άλλους) να εκδηλώνεται, κρύβοντας όλες τις υπόλοιπες πτυχές μου μέσα σε ένα άσχετο χαμόγελο συγκατάβασης, άτακτα ριγμένο σε περιστάσεις που φαινομενικά δεν το σήκωναν. Πώς να τους εξηγήσω;

Όμως οι δύο μου αναρχικοί μηχανορραφούσαν μέρα με τη μέρα ερωτήσεις που έπρεπε να απαντήσω, αν ήθελα η σιωπηλή φωτιά που άναβαν να παραμείνει δημιουργός και όχι καταστροφέας.

«Άραγε μόνο τόσο μπορείς ή κάνεις πως δεν μπορείς περισσότερα;»

Άουτς, παιδιά, αυτό πόνεσε.

Κοστίζει να διάγεις βίο που είναι αλλά και δεν είναι πλήρως εσύ. Όσα αντίτιμα και να καταβάλεις, τέτοιο χρέος απέναντι στον εαυτό δεν ξεπληρώνεται με διαμερισματάκι, μισθούλη, βιβλιαράκια, φιλάκια και σιωπούλα. Α, κι εύκολα βαλμένα γράμματα στη σειρά.

Οι δύο μου αναρχικοί θα αντιδρούσαν, αργά η γρήγορα. Η λογοτεχνία θα έμοιαζε ξερή, θα σημείωνε τον εαυτό της και θα νόμιζε πως έκανε κάτι το σπουδαίο, χωρίς τα εσώτερα εκείνα αρχέτυπα που τη διέπουν και την ενώνουν με το βίωμα του θαύματος ή της οδύνης. Ο μυστικισμός θα γινόταν ο θυμός ενός όμορφου παιδιού, έγκλειστου με σιδηρούν προσωπείο.

Και η μικρή, καλοβαλμένη έκδοση της «Ώρας του Διαβόλου» του Φερνάντο Πεσσόα ανέκοψε αυτό τον non-sense διχασμό. Απλά με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι πλέον δεν ήταν ανάγκη να κρύβω ένα όμορφο παιδί πίσω απ’ τα σημεία, ούτε να τραβάω τα σημεία μακριά από τα διψασμένα του δάχτυλα. Δεν είναι ή το φως του ήλιου ή η φυλακή. Ποτέ το ερώτημα στ’ αλήθεια δεν ήταν ή εδώ ή εκεί.

Οι δύο αναρχικοί ήταν στην ουσία πάντα ο ένας και αυτός, εαυτός μόνο κατά τα φαινόμενα χωρισμένος σε δύο αντίρροπες φωτιές που με τροφοδοτούσαν, παρά τις αρνήσεις μου, με όση υπομονή μπορούν να έχουν ή να μην έχουν όλοι οι αντιρρησίες του πνεύματος.

«Τα όνειρα τουλάχιστον δε σαπίζουν. Παρέρχονται. Δεν είναι καλύτερα έτσι; […] Αυτό ακριβώς σημαίνει ο αριθμός 18 της Μεγάλης Μυστικής Κλείδας. Ομολογώ ότι δεν γνωρίζω καλά τα ταρό, γιατί ακόμα δεν κατάφερα να μάθω τα μυστικά του, σε αντίθεση με όλους αυτούς τους ανθρώπους στον κόσμο που το κατέχουν τέλεια». [σελ. 22]

Η γέφυρα που έψαχνα. Οι δύο αναρχικοί θα βρουν ένα σημείο δημιουργικής σύνθεσης. Από αλήθεια και αναγκαιότητα μαζί. Έψαξα να βρω την κάρτα με το αντίστοιχο Κλειδί. Σελήνη. «Δεν μπορεί», είπα. Και αμέσως μετά, ένα λογικό επακόλουθο: «Κι αν κάπου μέσα στο υπόλοιπο έργο παραμονεύουν και τα υπόλοιπα Κλειδιά;»

 


Σελήνη (Νο 18): Ο κάβουρας (καρκίνος) μόλις έχει ξεπροβάλει στην όχθη και αγγίζει δειλά τη στεριά, μέσα στη νύχτα. Ακόμα δεν το έχει πάρει απόφαση και, πριν προχωρήσει, γραπώνεται από το βράχο να κοιτάξει. Νομίζει ότι το μεγάλο φωτεινό σώμα που φέγγει είναι ο ήλιος. Και κατά μία έννοια είναι, δοσμένης της περίστασης. Η Σελήνη είναι ο Ήλιος της νύχτας. Αλλά και δεν είναι. Γιατί άλλο σώμα ο Ήλιος και άλλο η Σελήνη.

Η θάλασσα δείχνει ταραγμένη, αλλά καμία προφανής απειλή δε διαγράφεται, κοντά στην επιφάνεια τουλάχιστον. Στο βάθος, διαγράφεται ένα ανηφορικό μονοπάτι που η άκρη του χάνεται στις χαραμάδες των βουνών, άγνωστο πού βγάζει. Από το σημείο που στέκεται ο κάβουρας, ούτως ή άλλως, δεν έχει τη δυνατότητα να δει πού ακριβώς, όμως δε φαίνεται και κάποιος άλλος πιθανός δρόμος. Αν θέλει να μάθει, θα πρέπει να δοκιμάσει να βγει στη στεριά.

Στη μια πλευρά του μονοπατιού, ουρλιάζει ένας σκύλος. Στην άλλη, ένας λύκος. Η οιμωγή τους δεν είναι ούτε εκφοβισμός, ούτε απειλή, αλλά απώλεια και αναζήτηση επαφής με ένα άλλο μέλος της αγέλης τους που αγαπούν αλλά απουσιάζει. Για λίγο ή για πάντα, δεν μπορούν να το ξέρουν και θρηνούν γιατί έτσι νιώθουν αυτή τη στιγμή. Υπάρχει περίπτωση να μην το ξαναδούν. Γι’ αυτά τα πλάσματα, χρόνος είναι μόνο αυτό που νομίζουν ότι συμβαίνει τώρα.

Άρα, βγαίνοντας ο κάβουρας στη στεριά, μπορεί και να μην τον προσέξουν καν, απορροφημένοι καθώς είναι με τις μνήμες του φεγγαρόφωτου. Δεν πρέπει να φοβηθεί. Το να υπάρχει ένας σκύλος και ένας λύκος δεν μπορεί να είναι από μόνο του καλό ή κακό, απλά έτσι συμβαίνει. Το να μην ξέρει όμως ποιος ο λύκος και ποιος ο σκύλος μπορεί να γίνει επικίνδυνο κάπως, αν δεν προσέξει. Γιατί, πλησιάζοντάς τους, μπορεί να του φανεί η σκιά τους μεγαλύτερη από το κανονικό και να τρομάξει προς στιγμήν.

Πιο πίσω, δύο βράχοι στέκονται σαν απολιθωμένοι γέροντες που φρουρούν το μονοπάτι. Ακινητοποιημένοι μες στο χρόνο, δε φαίνεται να αλληλεπιδρούν με την εξωτερική πραγματικότητα. Εκτός και αν… περιμένουν απλά να νιώσουν κίνηση ανάμεσά τους προκειμένου να ενεργοποιηθούν και να ξυπνήσουν. Και τι θα γίνει τότε. Πώς θα μπορέσει ο μικρός αυτός, ο άμαθος κάβουρας να αντέξει το βαρύ τους ίσκιο, καθώς θα γέρνουν από πάνω του. Και τι θα του ζητήσουν να καταθέσει στο πέρασμά του για να τον αφήσουν να συνεχίσει; Μάλλον κάποιο γρίφο θα του ετοιμάζουν. Θα πρέπει να χρησιμοποιήσει τη δύναμη της διάνοιας και της διάκρισης στο έπακρο για να μπορέσει να απαντήσει με επιτυχία.

Αλλά πάλι, από εδώ που βρίσκεται, δεν μπορεί να δει καθαρά ποιος είναι τι και, μήπως αντί να κάθεται να εικάζει εκ του ασφαλούς να ξεκινούσε επιτέλους; Τελικά, μπορεί να μη συμβεί και τίποτα και όλα αυτά να μην είναι παρά ένα όνειρο, οι δικοί του φόβοι και ανησυχίες.

Βλέπω τον κάβουρα αναποφάσιστο και τρομαγμένο από το τίποτα σχεδόν ακόμα να αμφιταλαντεύεται. Εστιάζω στο βάθος της εικόνας και με τρυφερή ανυπομονησία του ψιθυρίζω:

«Ό, τι και αν επιλέξεις να συμβεί, καβουράκο, σε λίγο ξημερώνει. Προχώρα και μη φοβάσαι. Πάντα θα ξημερώνει…»

Και με το δάχτυλό μου, του σκουντάω απαλά το κέλυφος.


 

Κάθε απόσπασμα και Κλείδα, κάθε Κλείδα και περιγραφή, κάθε περιγραφή και μια ιστορία φτιαγμένη από ανθρώπους για άλλους ανθρώπους. Λογοτεχνία και μυστικισμός, δύο αναρχικοί που τιμούν τις διαφορές τους και επιλέγουν να απλώσουν γέφυρες μέσα μου.

Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

 

 

Copyright © 2017 Αθηνά Ζωγραφάκη. “All rights reserved”.

No Comments

Post A Comment