About Athina


- Born in Patras in 1986
- Finished her Bachelor Degree in Greek Philology in 2009 (University of Patras), followed by a Master Degree in Language Studies in 2010 (Lancaster University, U.K.)
- Left her Ph.D. Degree after 5 years of study (University of Athens), for all the reasons of the world, grateful for the broad knowledge she gained throughout the process.
- Worked in the private sector as a creative writer, editor, and proofreader for 4 years (Athens, 2011-2015) but then, again, she changed her mind.

She reads and writes a lot. Really. In fact, that’s the only thing she has never stopped doing since she was a child.
Her personal literary efforts constitute a whole parallel universe where she experiments, transforms and transmutes whatever makes her feel provoked.
She always works in the energetic sphere of her eternal beloved, who accompanies her from life to life, from plane to plane, from one path to another.
But eventually, she had to overcome it and learn to live “without”.
Now she’ s free, she can wholeheartedly continue with her exploration.

“To begin with an A,
To finish with it,
With no circle having being made
But a whirlwind.”

Κανείς δεν άφησε κανένα

Κανείς δεν άφησε κανένα

Νέα Σμύρνη, μόλις λίγα χρόνια πριν: Ένα βιβλίο, μόνο του. Κάποιος λυπήθηκε να το πετάξει και απλά το άφησε, λίγο αισιχτίρικα, λίγο ενοχικά, πάνω στον μπλε κάδο. Κι ακόμα, ένα απόγευμα στο λεωφορείο 136 ή 137 της γραμμής, δύο τεύχη από το περιοδικό UNFOLLOW περίμεναν στο μεσιανό πλαϊνό κάθισμα, σαν ξεχασμένα, κάποιον να τα πάρει.

Και μια παλέτα κακορίζικη, μ’ όλες τις σκλήθρες έτοιμες να πληγώσουν και να σπάσουν, πλάι σε κάτι σακούλες με χαρτιά τουαλέτας και φαγώσιμα, από ένα μαγαζί που τέλειωνε τη βάρδιά του.

Και μια τραπεζιέρα με πόδια, κάπως ζαβά και ταλαιπωρημένα, με τη λάκα της περασμένη πολλές φορές, κάπου γυάλιζε, κάπου έχανε το φως της, ήθελε και δεν ήθελε την παλιά της αίγλη -έρχομαι απ’ τα παλιά, ποτέ μου δε συνήθισα τα καινούρια, μα ακόμα είμαι εδώ- προσπαθούσε να γοητεύσει κάποιον περαστικό και φοβότανε πολύ να περάσει το φορτηγό και να της σπάσει τα πόδια.

Και μια καρέκλα, με φαγωμένα τα συνθετικά σκοινάκια που κάποτε φιλοξενούσαν οπίσθια όλων των ειδών, με όλα τα βάρη από τα φαγητά και τα θειώδη αέρια της χώνεψης, ίσως και ήρεμους απογευματιάτικους καφέδες, εκείνους που λες θέλω και το λουκούμι μου, πού είναι το λουκούμι μου; κι απλώνεις ευχαριστημένα τα πόδια σου στο σκαμνάκι απέναντι να ντώσεις λίγο- κι ας μην έχεις, ούτε σήμερα, λουκούμι.

Και κάτι εισιτήρια χτυπημένα, αυτά που ξέρεις πως σου τα έχει αφήσει κάποιος γιατί δεν έχει λήξει ακόμα η ώρα, κάποιος με σκέφτηκε, λες, γεια σου, φίλε, φίλη κι ας μη σε ξέρω κι ας μη με ξέρεις, πέρασες όμως κι εσύ από εδώ και πέρασα κι εγώ και μοιραστήκαμε ένα εισιτήριο και σημασία δεν έδωσε κανείς μας στους ελεγκτές του ΟΑΣΑ που διατείνονται πως αυτό είναι παράνομο και πήραμε το μετρό, το λεωφορείο ή το τραμ και φτάσαμε εδώ που φτάσαμε.

Για να μην πω για τα free press και τα «σε είδα» που γράφτηκαν κι αυτά για κάποιους και, εμείς, οι κάποιοι, τα ξεφυλλίσαμε, άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο, αφήνοντάς τα σε έναν επόμενο, με την ελπίδα να μας ψάχνει αυτός που είδαμε και δεν προλάβαμε να του μιλήσουμε στο φεστιβάλ ή εκείνη που περνούσε με το μπιφτέκι της κορδωτό δίπλα από ένα πανό, αλλά μετά τη χάσαμε, γιατ’ είχαν εντολή οι μπάτσοι να επιτεθούν σε όλους τους τρεμάμενους έρωτες των δρόμων.

Έτσι που με νοσταλγία θυμάμαι κι ένα μήνυμα που άφησα κάποτε σε κάποιον πάνω στον τοίχο ενός συνοικιακού σινεμά, μέσα στη νύχτα, όταν κανείς δεν έβλεπε, με το φόβο του εφήμερου και την αγωνία του ποτέ να μην μπορούν να νικήσουν τον έρωτά μου κι έτσι γυρνάει τώρα -ο ερωτάς μου- αυτονομημένος και μόνος, χωρίς δεσμά, σ’ όλες τις γειτονιές, περνάει μέσα από τοίχους και κανένας, μα κανένας δεν μπορεί να τον αναγνωρίσει ή να πει πως τον είδε, αέρας, αέρας έγινε και βουίζει τις νύχτες, διάφανος έγινε, σκόνη έγινε πάνω σε τοιχοδιώκτισσα γραφή.

Εγώ όλα ετούτα τ’ αφημένα κράτησα κοντά μου, έπλυνα, κι έτριψά τους τις γωνίες, κι έδωσα θέση κι όνομα και σκοπό, κι αγάπησα, σ’ αυτήν τη μεγάλη πόλη που όλο αφήνεται κι αφήνει, τόσο που τελικά κανείς δεν άφησε ποτέ κανένα.

 

 

Copyright © 2017 Αθηνά Ζωγραφάκη. All rights reserved».

Δίχως Σχόλια

Αφήστε το σχόλιό σας.