About Athina


- Born in Patras in 1986
- Finished her Bachelor Degree in Greek Philology in 2009 (University of Patras), followed by a Master Degree in Language Studies in 2010 (Lancaster University, U.K.)
- Left her Ph.D. Degree after 5 years of study (University of Athens), for all the reasons of the world, grateful for the broad knowledge she gained throughout the process.
- Worked in the private sector as a creative writer, editor, and proofreader for 4 years (Athens, 2011-2015) but then, again, she changed her mind.

She reads and writes a lot. Really. In fact, that’s the only thing she has never stopped doing since she was a child.
Her personal literary efforts constitute a whole parallel universe where she experiments, transforms and transmutes whatever makes her feel provoked.
She always works in the energetic sphere of her eternal beloved, who accompanies her from life to life, from plane to plane, from one path to another.
But eventually, she had to overcome it and learn to live “without”.
Now she’ s free, she can wholeheartedly continue with her exploration.

“To begin with an A,
To finish with it,
With no circle having being made
But a whirlwind.”

Υπουργείο Ευτυχίας (2)

Υπουργείο Ευτυχίας (2)

«Η γνώμη μου είναι να τον αφήσουμε ακόμα λίγο – όχι πολύ, λίγο. Τόσο – όσο. Προς το παρόν, και με βάση τις εμπιστευτικές πληροφορίες που έχω, δεν αποτελεί άμεσα κίνδυνο για εμάς…»

«Άνετος ακούγεστε. Αν δεν αποτελεί κίνδυνο, όπως λέτε, είναι να απορεί κανείς που αμέσως σπεύσατε να συνεννοηθείτε με τον κύριο Βιτωράτο», τον κοίταξε κάπως ειρωνικά εκείνη. Ο άντρας, από τη μαύρη δερμάτινη πολυθρόνα του, μίκρυνε τα μάτια του σαν τυφλοπόντικας:

«Έχω συνεργαστεί χρόνια και χρόνια με το δικό σας το σινάφι, κυρία Αργυροπούλου, κι έχω μάθει να καταλαβαίνω τα σχόλια – αγκίστρια. Για να είμαι απόλυτα ακριβής, με ενοχλούν αφάνταστα», της είπε με μια γερή δόση παγερής απειλής. Εκείνη ξεροκατάπιε μια στιγμή, στρώνοντας όπως – όπως τις άκρες των μαλλιών της. Εκείνος, ευχαριστημένος που την είδε να μαζεύεται, συνέχισε:

«Ο λόγος για τον οποίο σας έστειλε ο Σπύρος, δεν είναι για να μου κάνετε μαθήματα ανάλυσης ρίσκου, αλλά για να κάνετε τη δουλειά που σας πληρώνουμε να κάνετε: Να σπέρνετε σβόλους, με την προοπτική να ξεράσουν λάσπη. Και -πρέπει να το παραδεχτείτε – πληρώνεστε πολύ καλά. Ξέρω λάθος;»

Εκείνη δεν απάντησε. Δεν είχε πλέον την παραμικρή απορία για το ποιος ήταν ο κυρίαρχος: στη συζήτηση, στην εφημερίδα, στη ζωή τη δική της και των συναδέλφων της, στη ζωή του τόπου, ενδεχομένως. Τρία χιλιαρικάκια ευρώ μηνιαίως και κάτι διόλου ευκαταφρόνητα εξτραδάκια έρεαν σαν το μέλι στον τραπεζικό της λογαριασμό και έκαναν τα δάχτυλά της να κολλάνε, καθώς πληκτρολογούσε τη μία ή την άλλη «είδηση» για τον τάδε ή τον δείνα. «Χωρίς τη πένα μου, το όνομά μου και τη δημόσια υπογραφή μου, τι θα ‘σασταν, ε;» έκανε λεονταρισμούς όταν βρισκόταν μόνη της και δεν την άκουγε κανείς.

«Γνωρίζετε πολύ καλά πως ποτέ δεν έχω εκφράσει κάποια εναντίωση ή δισταγμό, πόσο μάλλον, παράπονο οποιουδήποτε είδους» είπε πειθήνια. Ο άντρας συνέχισε:

«Σε αυτή τη μάχη, κυρία Αργυροπούλου, δεν μας αρκεί να ξέρουμε ότι δε μας εναντιώνεστε. Πρέπει να αποδείξετε ότι είστε και μαζί μας. Ο Σπύρος δεν σας έστειλε τυχαία, φαντάζομαι. Αλλά, δείτε το και αλλιώς: Από την επιτυχή αποπεράτωση της συγκεκριμένης αποστολής, εξαρτάται και η συνέχιση των εγγυήσεων από μέρους μας για τη δανειοδότηση του δημοσιογραφικού ομίλου Βιτωράτος Α.Ε. Τόσο απλά δείτε το.»

Την εκνεύριζε. Την ειρωνευόταν. Την εκβίαζε. Αλλά εκείνη είχε δώσει το δικαίωμα – ενός «ναι», μύρια έπονται.

«Εγώ θα δίνω τη γραμμή, εσείς θα βάζετε τις λέξεις. Εγώ θα λέω τι θέλω, εσείς θα δημιουργείτε τις προϋποθέσεις, ώστε αυτό που θέλω να φυτρώνει. Κι όταν φυτρώνει, εσείς να το ποτίζετε και να το καλλιεργείτε στην κοινή γνώμη» και χαμογέλασε πλατιά, δείχνοντας όλα του τα δόντια.

«Με τι θα θέλατε να ξεκινήσουμε στο φύλλο της επόμενης Κυριακής;» μπήκε στο γνωστό της πλέον ρόλο.

Ο άντρας έγειρε το κεφάλι του στο πλάι. Της φάνηκε πως όντως κάτι σκεφτόταν.

«Έλεγα να ξεκινήσουμε με κάτι επί της αρχής, σαν να λέμε, ελευθερία, πρόοδος και τα συναφή. Θα έχετε στα υπόψη σας τι έλεγε ο Μίλτον Φρίντμαν στο «ευαγγέλιο» της ελεύθερης αγοράς*: “Πίσω από τα περισσότερα επιχειρήματα ενάντια στην ελεύθερη οικονομία βρίσκεται μια έλλειψη πίστης στην ίδια την ελευθερία.” Εμπνευσμένο, δεν είναι, κυρία Αργυροπούλου;»

«Ναι, όντως είναι. Και πως θα επιθυμούσατε να το συνδέσουμε αυτό με την περίπτωση του Υπουργείου Ευτυχίας;»

«Να συνδέαμε νοηματικά το εγχείρημα με έναν κρατικό πατερναλισμό… που θα μπορούσε να εξισωθεί, για παράδειγμα, με αντίστοιχες πρακτικές απολυταρχικών καθεστώτων, ή, τέλος πάντων, με την… υποτίμηση της ατομικής πρωτοβουλίας και αυτοδυναμίας του ατόμου να νικήσει με την προσωπική του επιτυχία τις δυσκολίες της κρίσης… σε έναν σφιχτό ψυχολογικό εναγκαλισμό με ένα κράτος που το θωπεύει… χωρίς να επιθυμεί στην ουσία να αναπτύξει την ελευθερία του – ή κάπως έτσι. Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνετε, κυρία Αργυροπούλου…»

«Προσπαθώ. Αλλά πώς αυτό θα μπορούσε να τον σταματήσει, σε πρώτη φάση;» Ο άντρας χαμογέλασε ρουθουνίζοντας, σαν να περίμενε την ερώτηση.

«Αυτό ακριβώς. Δεν θα τον σταματήσει. Θα τον κάνει να νομίζει ότι μπορεί να μας νικήσει. Θα του φανεί εύκολο. Εμείς, όμως, την καλλιέργειά μας και το νου μας…» κι έτριψε τα χέρια του αργά.

«Ναι, αλλά αυτό θα του δώσει χρόνο να φτάσει πιο γρήγορα στο -πώς να το πω- όνειρό του; Στο στόχο του, να πω καλύτερα.»

«Μα, κυρία Αργυροπούλου, αυτό δε θέλουμε; Θα τον αφήσουμε ακόμα κι ακόμα λίγο, μέχρι να τον φτάσει.»

«Μα γιατί;» ρώτησε ενοχλημένη με το πόσο μπορούσε να τραβήξει ο ανθρώπινος σαδισμός.

«Γιατί πονάει πιο πολύ να ξέρεις ότι έφτασες ν’ αγγίξεις τ’ όνειρό σου και στ’ αρπάξανε απ’ τα χέρια, παρά ότι σ’ το κόψανε εξαρχής. Γι’ αυτό. Η θλίψη τότε κερδίζει σε βάθος…»

«Και σε προοπτική, θα προσέθετα, αν έχω καταλάβει σωστά…»

«Όχι, δεν έχετε καταλάβει, κυρία Αργυροπούλου: Η θλίψη γίνεται η μόνη προοπτική. Εκεί είναι το σημείο που μόνος του κάποιος παύει ν’ αγωνίζεται, όταν δε βλέπει παρά μόνο θλίψη», έκανε ο άντρας σαν να είχε λύσει μια εύκολη μαθηματική εξίσωση.

«Τέλος πάντων, για να μην πολυλογώ, κυρία Αργυροπούλου, οι προθέσεις μου είναι απόλυτα σαφής. Όπως και η ολοκληρωτική σας στράτευση, φαντάζομαι. Αλλιώς, θα μπορούσα να υποθέσω ότι έχετε κάπου πάνω σας ένα μικρό ψύλλο που θα με έφερνε σε δύσκολη θέση κάποια στιγμή στο μέλλον. Ή, ακόμα και να μην είναι έτσι, θα μπορούσα να πληρώσω για να κατασκευάσω ένα τέτοιο στοιχείο εναντίον σας. Νομίζω, καταλαβαίνετε για τι πράγμα σας μιλάω.»

Πως δεν καταλάβαινε, κι αυτή το ίδιο πληρώνονταν να κάνει.

«Ναι, τώρα καταλαβαίνω γιατί με έστειλε το ρεμάλι ο Βιτωράτος απευθείας εδώ» πέρασε σαν ξυραφιά απ’ το μυαλό της.

«… Ναι, βέβαια και καταλαβαίνω. Μείνετε ήσυχος.»

«Να δώσεις τους φιλικούς μου χαιρετισμούς στο Σπύρο. Πολύ θα χαρεί να μάθει ότι η πιο γερή του πένα είναι αφιερωμένη στον σκοπό της ελευθερίας. Μπορείτε να πηγαίνετε.»

«Καλώς. Θα είμαστε σε άμεση επαφή για τις λεπτομέρειες.»

Βγαίνοντας απ’ το γραφείο με τα μαύρα δερμάτινα καλύμματα, προσπάθησε να αναπνεύσει και να τεντώσει κάπως τους μυς της πλάτης της. Δεν ένιωσε καλύτερα. Άλλες φορές, αυτή απλή κίνηση αρκούσε για να της δώσει πίσω τη χαμένη της ζωτικότητα. Όχι αυτή τη φορά όμως.

Μέχρι σήμερα έγραφε τους σβόλους της από καθαρή επιλογή συμφερόντων, οι σβόλοι των επόμενων ημερών, όμως, θα γεννιούνταν απ’ το φόβο της.

Εκείνη τη νύχτα, γυρνώντας αργά στο σπίτι, κι έχοντας διατελέσει το χρέος της στην ελευθερία κάποιων να παραβιάζουν αυτή των άλλων, το «λιοντάρι της γραφής», όπως της άρεσε αυτάρεσκα να το αποκαλεί, κουλουριάστηκε σε μια γωνιά του δωματίου της, χωρίς καν να την κοιτάει.

Παραδέχτηκε την ήττα. Που είχε ξεκινήσει με την εξαγορά. Που είχε ξεκινήσει με τη βολή. Που είχε ξεκινήσει χρόνια πριν, με το πρώτο της βρόμικο «ναι», που έριξε μια επιχείρηση έξω, έβγαλε είκοσι οικογένειες στο δρόμο κι έριξε την τιμή των μετοχών της τόσο πολύ, που τα κοράκια έκρωζαν χαρούμενα για μέρες, ίσως και μήνες, μετά από αυτό.

«Δεν είναι να ανησυχείς, βρε Τέση μου, αφού τον ξέρεις τώρα, είναι το ύφος του τέτοιο. Κάνε εσύ αυτό που ξέρεις ότι πρέπει να κάνεις και όλα καλά θα πάνε. Χώρια που στη δύσκολη, θα σε καλύψω εγώ…» την είχε καθησυχάσει ο Βιτωράτος – ούτε καν, μπορούσε να το διαισθανθεί καθαρά.

Εκείνη τη νύχτα, το αυθόρμητο ημερολόγιο μιας άγριας επαγγελματικής ενηλικίωσης σημείωνε τις πρώτες του γραμμές πάνω σε χαρτί τουαλέτας τρίφυλλο, τέσσερα και ενενήντα εννέα τα δέκα, από τα Lidl. Κι ας έρεαν στο λογαριασμό της χρήματα που θα μπορούσαν να έχουν σώσει μία εγχώρια χαρτοβιομηχανία.

«Αγαπητό μου λιονταράκι, σήμερα, 12 Φεβρουαρίου 2017, νόμιζα, ο μαλάκας, πως θα την έβγαζα καθαρή, αλλά τα περιθώρια στενεύουν. Μα, μέσα στη φθορά κι η διέξοδος…»

Όσο διατηρείται η έμπρακτη ελευθερία ανταλλαγής, το κεντρικό γνώρισμα της αγοραίας οργάνωσης της οικονομικής δραστηριότητας είναι ότι εμποδίζει ένα πρόσωπο να παρακωλύει ένα άλλο στις περισσότερες δραστηριότητές του”, έλεγε το ευαγγέλιο*.

Αμήν. Τουλάχιστον, στο χαρτί της τουαλέτας, κανείς δε θα σκεφτότανε ποτέ να ψάξει.

 

*Καπιταλισμός και Ελευθερία, 2008, Milton Friedman, (1962)

 

 

 

 

Copyright © 2017. Athina Zografaki, All rights reserved.

2 Σχόλια
  • ΝΙΟΒΗ
    Αναρτήθηκε στις 12:04h, 07 Απρίλιος Απάντηση

    Το πας πολύ καλά… Συνέχισε, νομίζω έχεις δρόμο που σίγουρα βγάζει σε άπλετο φως!!!

    • ATHINA ZOGRAFAKI
      Αναρτήθηκε στις 10:58h, 10 Απρίλιος Απάντηση

      Σας ευχαριστώ πολύ για τα καλά σας λόγια. Παρεμπιπτόντως, αν δημιουργούνταν ένα τέτοιο υπουργείο στην πραγματικότητα, ποιο θα ήταν το πρώτο σας αίτημα/παράπονο;

Αφήστε το σχόλιό σας.